Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ- ΜΕΡΟΣ Α'

Συχνά περιγράφεται και ως χάος, καταστροφή και ουτοπία,οι εκφραστές του άτομα του υπόκοσμου και του περιθωρίου και η πρώτη εικόνα που έρχεται στο μυαλό όλων είναι εκτεταμένες υλικές ζημίες και ατελείωτες οδομαχίες. Αυτή είναι η εικόνα του αναρχισμού που εκφράζεται απο ένα πλειοψηφικό μέρος της κοινωνίας και δυστυχώς και απο κάποια κομμάτια της αριστεράς. Σε αυτήν την σειρά άρθρων θα εξεταστούν θέματα όπως  οι απαρχές του αναρχισμού, οι τάσεις του ,το αναρχικό κίνημα στην ελλάδα, η κροστάνδη, ο μάχνο, η ισπανία,η διεθνής κ.α.
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΡΧΙΑ? ΚΑΙ ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ?
αναρχία(στερητικό -α- και αρχή) ονομάζεται η κατάσταση κατα την οποία δεν υπάρχει εξουσία και
ο αναρχισμός είναι μια πολιτική θεωρία ο στόχος της οποίας είναι η δημιουργία της αναρχίας, "της απουσίας ενός αφέντη, ενός άρχοντα." ( Προυντόν, Τι Σημαίνει Ιδιοκτησία) Με άλλα λόγια, ο αναρχισμός είναι μια πολιτική θεωρία που στοχεύει στη δημιουργία μιας κοινωνίας μέσα στην οποία τα άτομα ελεύθερα συνεργάζονται μεταξύ τους με ισότητα και ελευθερία. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο αναρχισμός αντιτίθεται σε κάθε μορφή ιεραρχικού ελέγχου είτε πρόκειται για κρατικό έλεγχο ή για καπιταλιστικό θεωρώντας τον όχι μόνο βλαβερό για το άτομο και την ατομικότητά του, αλλά και περιττό.
Σύμφωνα με την αναρχική Λ. Σούζαν Μπράουν:
"Αν και ο κόσμος αντιλαμβάνεται τον αναρχισμό σαν ένα βίαιο, αντικρατικό κίνημα, ο αναρχισμός είναι μια πολύ πιο λεπτή και αποχρώσα παράδοση από μια απλή αντίθεση στην κυβερνητική εξουσία. Οι αναρχικοί αντιτίθενται στην ιδέα ότι η εξουσία και η κυριαρχία είναι αναγκαίες για μια κοινωνία και αντ' αυτών προτάσσουν πιο συνεργατικές, αντι-ιεραρχικές μορφές κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης." (The politics of Individualism)
Παρολ' αυτά, ο "αναρχισμός" και η "αναρχία" είναι αναμφισβήτητα οι πιο παρεξηγημένες και παρερμηνευμένες έννοιες στην πολιτική θεωρία. Γενικά, οι λέξεις αυτές χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν το "χάος" ή την "έλλειψη τάξης", και έτσι, επαγωγικά, οι αναρχικοί επιθυμούν το κοινωνικό χάος και την επιστροφή στους "νόμους της ζούγκλας".
Αυτή η διαδικασία παρερμηνείας δεν είναι η μοναδική στην ιστορία. Σε χώρες για παράδειγμα όπου η κυριαρχία ενός ανθρώπου (μοναρχία) θεωρείτο αναγκαία, η λέξη "δημοκρατία" χρησιμοποιήθηκε όπως ακριβώς και η "αναρχία" για να δηλώσει σύγχυση και αταξία. Αυτοί που έχουν ίδια συμφέροντα στη διατήρηση του υπάρχοντος καθεστώτος, προφανώς επιθυμούν να δηλώσουν ότι η αντίθεση στο ισχύον σύστημα δεν είναι εφαρμόσιμη και ότι μια καινούργια μορφή κοινωνίας δεν μπορεί παρά να φέρει το χάος. Ή, όπως το εξέφρασε ο Ερίκο Μαλατέστα:
"εφόσον θεωρείτο ότι η κυβέρνηση ήταν απαραίτητη και ότι χωρίς αυτή θα κυριαρχούσε μονάχα αταξία και σύγχυση, ήταν φυσικό και λογικό ότι η αναρχία, που σημαίνει απουσία κυβέρνησης, θεωρείται σαν έλλειψη τάξης." (Αναρχία)
Οι αναρχικοί επιδιώκουν την αλλαγή αυτής της στερεότυπης αντίληψης για την αναρχία, έτσι ώστε ο κόσμος να συνειδητοποιήσει ότι οι κυβερνήσεις και οι άλλες ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις (ιεραρχικές δομές) είναι επιζήμιες και περιττές:
"Αλλάξτε γνώμη στον κόσμο, πείστε τον ότι η κυβέρνηση δεν είναι μόνο άχρηστη αλλά και άκρως επιζήμια και τότε η λέξη αναρχία, επειδή ακριβώς σημαίνει απουσία κυβέρνησης, θα σημαίνει για όλους: φυσική τάξη, κοινές ανθρώπινες ανάγκες και ενδιαφέροντα, απόλυτη ελευθερία μέσα στα πλαίσια απόλυτης αλληλεγγύης." (Ibid., pp.12-13)
Ο αναρχισμός είναι περισσότερο ένα κίνημα ενάντια στην ιεραρχία παρά ένα καθαρά αντικυβερνητικό ή αντικρατικό κίνημα. Και αυτό διότι η ιεραρχία είναι η οργανωτική δομή που εμπεριέχει (την) εξουσία. Εφόσον το κράτος είναι η "υψηλότερη" μορφή ιεραρχίας, τότε οι αναρχικοί είναι εξ ορισμού ενάντια στο κράτος. Αυτός, όμως, δεν είναι ένας επαρκής ορισμός του αναρχισμού. Οι πραγματικοί αναρχικοί αντιτίθενται, όχι μόνο στο κράτος, αλλά σε κάθε μορφή ιεραρχικής οργάνωσης. Όπως είπε ο Brian Morris:
" ... Οι αναρχικοί είναι άνθρωποι που απορρίπτουν κάθε μορφή διακυβέρνησης ή .... , κάθε μορφή ιεραρχίας και κυριαρχίας. "
ΜΕΡΙΚΕΣ ΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΥ : 
Αναρχοατομικισμός
Υποστηρίζει ως αναγκαία την αναγνώριση της «εμπράγματης ιδιοκτησίας» του κάθε ατόμου. Ο κύριος εκπρόσωπος αυτού του ρεύματος είναι ο Κάσπαρ Σμίντ, πιο γνωστός ως Μαξ Στίρνερ. Ο ατομικιστικός αναρχισμός είναι μια μορφή άκρατου φιλελευθερισμού, με κύρια στοιχεία του τον ακραίο ατομικισμό, τον εγωισμό, τη συμβατική υποχρέωση, την ατομική ιδιοκτησία κλπ. Καθώς ορισμένοι ατομικιστές αποδέχονταν την ελεύθερη αγορά, ο αναρχοκαπιταλισμός έχει περιγραφεί ως σύγχρονη απόρροια του αναρχοατομικισμού.


Αναρχοκολεκτιβισμός
Συνοπτικά ο κολεκτιβιστικός αναρχισμός (αναρχοκολεκτιβισμός) είναι μια μορφή άκρατου σοσιαλισμού (εξού και η άρνηση στη δικτατορία του προλεταριάτου), όπου κύρια στοιχεία της κοινωνικής οργάνωσης είναι η συλλογική κατοχή και διαχείριση των φυσικών πόρων και μέσων παραγωγής από κάθε κοινότητα, η έμφαση στο κοινωνικό καθήκον και η διανομή των παραγόμενων αγαθών στα άτομα αναλόγως με την εργασία που παρείχαν (μέσω ενός μισθολογικού συστήματος). Ο αναρχοκολεκτιβισμός στοχεύει στην εγκαθίδρυση της αναρχίας μέσω μίας κοινωνικής επανάστασης της εργατικής τάξης, η οποία θα καταργήσει τον καπιταλισμό. Απόρροια του αναρχοκολεκτιβισμού αποτελεί ο αναρχοκομμουνισμός, ο οποίος όμως δεν δέχεται καθόλου την ύπαρξη χρήματος ή μισθολογικού συστήματος.


Αναρχοκομμουνισμός
Φρονεί επίσης ότι τα μέσα παραγωγής (γαίες, εργοστάσια, μεγάλες επιχειρήσεις) πρέπει να τα κατέχουν και να τα διαχειρίζονται συνεργατικά εθελοντικές ομάδες στη βάση της άμεσης δημοκρατίας και της αμοιβαίας βοήθειας, συνήθως σε επίπεδο τοπικής κοινότητας[5]. Όμως ο αναρχοκομμουνισμός αντιτίθεται ρητά όχι μόνο στην αστική ελευθερία της νομής, κατοχής και εκμετάλλευσης ιδιωτικής ιδιοκτησίας, αλλά και στην ύπαρξη μισθολογικού συστήματος. Για τους αναρχοκομμουνιστές η διανομή των αγαθών στα άτομα πρέπει να γίνεται ελεύθερα αναλόγως με τις ανάγκες τους. Κύριος εκφραστής της θεωρίας αυτής ήταν ο Π. Κροπότκιν, ο οποίος επιχείρησε να τη στηρίξει επιστημονικά μελετώντας το εξελικτικό πλεονέκτημα που προσδίδουν στα μέλη μίας κοινότητας η αλληλοβοήθεια και η αλληλεγγύη.


Αναρχοσυνδικαλισμός
Αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα στη Γαλλία, Ισπανία και την Ιταλία, ενώ επεκτάθηκε και σε άλλες χώρες. Αντιτίθεται στο κράτος, στην κοινοβουλευτική πολιτική πάλη και στα πολιτικά κόμματα, αλλά δίνει τον πρώτο ρόλο στα συνδικάτα και θεωρεί την απεργία βασική μέθοδο πάλης ενάντια στην αστική τάξη. Έτσι για τους αναρχοσυνδικαλιστές η ταξική πάλη συνήθως περιορίζεται στους χώρους εργασίας, μα όσον αφορά τον τελικό στόχο της αναρχικής κοινωνίας δεν διαφέρουν από τους αναρχοκολεκτιβιστές ή τους αναρχοκομμουνιστές. Ο αναρχοσυνδικαλισμός απέκτησε ιδιαίτερη ισχύ στην Ισπανία, με αποκορύφωμα την Ισπανική Επανάσταση του 1936 κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο.


Αναρχοχριστιανισμός
Αναρχοχριστιανισμός ή χριστιανικός αναρχισμός λέγονται οι διάφορες παραδόσεις που συνδυάζουν τον αναρχισμό με το χριστιανισμό. Οι αναρχοχριστιανοί ή xριστιανοί αναρχικοί πιστεύουν ότι η ελευθερία είναι δικαιολογημένη πνευματικά μέσω της διδασκαλίας του Ιησού. Όσον αφορά τη στάση των αναρχοχριστιανών απέναντι στην εξωτερική εκκλησιαστική ιεραρχία, δεν υπάρχει κοινή στάση,καθώς μερικοί στρέφονται κατά της εκκλησιαστικής ιεραρχίας ενώ άλλοι δεν την πολεμούν. Το έργο του Λέοντα Τολστόι Η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας είναι ένα βασικό κείμενο στο σύγχρονο xριστιανικό αναρχισμό. Επίσης υπάρχει μεγάλος σεβασμός στις κοινότητες μοναχών, ιδιαίτερα σε συγκεκριμένες του παρελθόντος (π.χ. ασκητές της ερήμου της Νιτρίας). Ο αναρχοχριστιανισμός είναι πιο κοντά στον «κοινωνικό» αναρχισμό από ό,τι στον αναρχοατομικισμό. Συχνά είναι πασιφιστικός και απορρίπτει τον πόλεμο και, γενικότερα, τη βία. Γνωστές αναρχοχριστιανικές κινήσεις είναι η Κίνηση των Καθολικών Εργατών (Catholic Worker Movement) και η Μαθητική Χριστιανική Κίνηση (Student Christian Movement).

Αναρχοκαπιταλισμός

Αναρχοκαπιταλισμός, ή αναρχισμός της ελεύθερης αγοράς, αποκλήθηκε η τάση εκείνη του αναρχοατομικισμού που αρνείτο μεν την ύπαρξη του κράτους, ως αυτόνομου μηχανισμού εξουσίας επί της κοινωνίας, αλλά δεχόταν την ύπαρξη του συστήματος της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς και του κινήτρου του χρηματικού κέρδους ως μοχλού της ανθρώπινης δραστηριότητας. Οι κύριοι θεωρητικοί του αναρχοκαπιταλισμού οραματίστηκαν ένα κοινωνικό μοντέλο στηριγμένο αποκλειστικά στην ατομική ιδιοκτησία και στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Οι βασικοί τους στόχοι ήταν η διαμόρφωση ενός δικαίου στηριγμένου στα αρνητικά δικαιώματα, η ιδιωτικοποίηση όλων των κρατικών θεσμών και η εξάλειψη κάθε μορφής άμεσου εξαναγκασμού έναντι οιουδήποτε πολίτη. Πίσω από τις αρχές τους υφέρπει μια προσήλωση στα φυσικά δικαιώματα και στη λοκιανή κοσμοθέαση. Πολλοί αναρχοκαπιταλιστές θεώρησαν ως εμβρυακό μοντέλο αναρχοκαπιταλιστικής κοινωνίας τη μισοδιαλυμένη από τους πολέμους και ουσιαστικά ακυβέρνητη επί χρόνια Σομαλία.

Αναρχοπρωτογονισμός (Πριμιτιβισμός)

Ο πριμιτιβισμός (αναφέρεται και ως πρωτογονισμός ενώ παλιότερα ονομαζόταν αναρχοπρωτογονισμός) είναι ένας κλάδος-τάση του αναρχισμού. Η τάση αυτή εστιάζει στο ρόλο της μετάβασης από τις πρώτες τροφοσυλλεκτικές και ασχολούμενες με το κυνήγι κοινωνίες στις αγροτικές κοινωνίες στην δημιουργία ιεραρχικών κοινωνιών και στην αλλοτρίωση των ανθρώπων. Από τους υποστηρικτές της θεωρίας αυτής προτείνεται η επιστροφή σε λιγότερο διαβρωμένους από τον πολιτισμό τρόπους ζωής μέσω της αποβιομηχάνισης, της κατάργησης του καταμερισμού της εργασίας και εγκατάλειψη της τεχνολογίας. Η επιστήμη και η τεχνολογία θεωρούνται ως μη ουδέτερες, και πιστεύεται ότι πάντα ενσωματώνουν τις αξίες και τους σκοπούς όσων τις παράγουν και τις ελέγχουν.
Ο πριμιτιβισμός ασκεί κριτική κυρίως σε δύο ζητήματα: στον πολιτισμό και την τεχνολογία. Είναι κατά του καταμερισμού εργασίας και κατά της εξειδίκευσης. Έπειτα από διάφορες διενέξεις, το πρόθεμα «αναρχο-» αφαιρέθηκε και ονομάζεται πλέον πρωτογονισμός ή πριμιτιβισμός. Πηγή έμπνευσης για τον πριμιτιβισμό αποτελούν οι Λουδδίτες.


Πράσινος αναρχισμός
Ο πράσινος αναρχισμός δεν είναι μια συγκεκριμένη πολιτική θεωρία, αλλά ένα σύνολο διαφόρων φιλοσοφικών, οικολογικών και κοινωνικών κινημάτων με πολλά κοινά και κάποιες, όμως, διαφορές: αποτελεί ένα κράμα από κοινωνικούς οικολόγους, φεμινιστές, καταστασιακούς, αναρχοπρωτογονιστές, οικοαναρχικούς, υποστηρικτές του αντιβιομηχανισμού και μετααριστερούς. Η κριτική των πράσινων αναρχικών επικεντρώνεται κυρίως στους «οργανισμούς της εξουσίας» μέσα στην κοινωνία. Τέτοιοι οργανισμοί, για παράδειγμα, είναι: το κράτος, ο καπιταλισμός, η παγκοσμιοποίηση, η κτηνοτροφία, η πατριαρχία, η τεχνολογία ή / και η εργασία. Αυτοί οι οργανισμοί, σύμφωνα με τους πράσινους αναρχικούς, είναι εγγενώς καταστροφικοί και εκμεταλλευτικοί (στους ανθρώπους και στο περιβάλλον) οπότε δεν μπορούν να μεταρρυθμιστούν. Το κίνημα αυτό συνήθως υποστηρίζει την άμεση και αυτόνομη δράση, το σαμποτάζ, την εξέγερση, την επανασύνδεση με τη φύση και ιδίως τη βιοπεριοχή (π.χ. μία επικράτεια οικοκοινοτήτων με κοινό «οικολογικό πρότυπο»), ώστε να δημιουργηθεί σημαντική και πραγματική αλλαγή.

Μετααριστερός αναρχισμός

Ο μετααριστερός αναρχισμός σχηματίστηκε με επίκεντρο την κριτική στον «αριστερίστικο» κλασικό κοινωνικό αναρχισμό και τη σύνδεσή του με το εργατικό κίνημα και τις πρακτικές του. Οι μετααριστεροί συνήθως είναι θεωρητικά επηρεασμένοι τόσο από ορισμένες πτέρυγες του αναρχοκομμουνισμού, όσο και από κάποιους αναρχοατομικιστές (π.χ. τον Μαξ Στίρνερ). Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η απόρριψη κάθε τύπου τυπικής οργάνωσης (π.χ. σε συνδικάτα) ως ιεραρχικής πρακτικής[6], η άρνηση της αρχής της πλειοψηφίας σε αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες χάριν της αρχής της συναίνεσης και η στηλίτευση της επικέντρωσης του κοινωνικού βίου στη λειτουργία της οικονομίας, μέσω καταπιεστικών θεσμών όπως η υποχρεωτική εργασία και το σύστημα αξιών που απορρέει από αυτήν[7]. Συνήθως στον λόγο τους απορρίπτουν τη δημοκρατία (είτε πλειοψηφική-άμεση, είτε αντιπροσωπευτική-φιλελεύθερη) ως εξουσιαστικό πολιτικό σύστημα, βασισμένο σε έναν εκ των προτέρων αποδεκτό διαχωρισμό μεταξύ των πολιτικών υποκειμένων ο οποίος κάνει απαραίτητη την ψηφοφορία, εφικτή τη «δικτατορία της πλειοψηφίας» και σχεδόν αδύνατη την πραγματική επαναστατική ανατροπή[8]. Αντιπροτείνουν δίκτυα αυτοτελών συνελεύσεων που λειτουργούν συναινετικά και χωρίς αυστηρές δεσμεύσεις δράσης για τις μειοψηφίες, συνήθως όμως με κάποιες πλειοψηφικές δικλείδες ασφαλείας[9]. Ο μετααριστερός αναρχισμός επικαλύπτεται σημαντικά με τον εξεγερσιακό αναρχισμό και με ορισμένες όψεις του πράσινου αναρχισμού.

Εξεγερσιακός αναρχισμός

Ο σύγχρονος εξεγερσιακός αναρχισμός εμφανίστηκε στην Ιταλία κατά τα μολυβένια χρόνια (περίπου από το 1968 ως τις αρχές της δεκαετίας του 1980). Έχει τις βάσεις του σε ορισμένες παλαιότερες αντιοργανωτικές τάσεις του αναρχοκομμουνισμού και στον ιλλεγκαλισμό των αρχών του εικοστού αιώνα. Στηρίζεται στην απόρριψη των μόνιμων δομών οργάνωσης και αντιπροτείνει τη δράση μέσα από ομάδες συνάφειας και αυτόνομες ζώνες στο εσωτερικό των αστικών κέντρων, εστίες κατανεμημένης αυτοδιαχείρισης. Κύριο χαρακτηριστικό του είναι η έμφαση στη διαρκή άμεση δράση και σύγκρουση με το κράτος αντί για τη ρητορική προπαγάνδα. Οι εξεγερσιακοί βλέπουν στην καθημερινή ανυπακοή και εξέγερση τον σπόρο της πραγματικής επανάστασης, στόχος της οποίας θα πρέπει να είναι η άνθιση της ατομικότητας του καθενός μέσα από συνθήκες ισότητας πρόσβασης στους οικονομικούς πόρους. Έτσι, σε αντίθεση με τον παραδοσιακό σοσιαλισμό, δεν γίνεται αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής δράσης ή κοινωνικού γίγνεσθαι.

Anarcho-queer (Αναρκο-κουήρ) ή Φυλοσεξοαπελευθετωτικός Αναρχισμός (gendersexual liberation anarchism) είναι μια σχολή της αναρχικής σκέψης που εστιάζει στην ελευθερία της σεξουαλικότητας και της εκδήλωσης φύλου και θεωρεί πως μόνο με τη κοινωνική επανάσταση μπορούν να απελευθερωθούν πραγματικά οι λεσβίες, οι γκέι, τα αμφί άτομα, τα τρανσεξουαλικά άτομα, τα ανδρόγυνα, τα intersex άτομα, τα ασεξουαλικά άτομα (που δέχονται πιέσεις να παντρευτούν κλπ) και άλλες κατηγορίες ανθρώπων που βιώνουν καταπίεση με βάση το φύλο ή τη σεξουαλικότητά τους. 
ΟΙ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΑΡΧΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ
Το διφορούμενο δόγμα του αναρχισμού, που δέχτηκε τις μεγαλύτερες επικρίσεις και τους μεγαλύτερους επαίνους, δεν είναι γέννημα και πρωτοτυπία των Ευρωπαίων στοχαστών του 19ου αι. Πολύ πριν από αυτούς, Έλληνες φιλόσοφοι είχαν διακηρύξει τις βασικές αρχές μιας αναρχικής κοινωνίας και είχαν προτείνει έναν τρόπο ζωής εναρμονισμένο όχι με τους νόμους του κράτους, αλά με το φυσικό δίκαιο που κάθε άνθρωπος κατέχει. Είναι βέβαια απορίας άξιο πώς γεννήθηκαν τέτοιες αντιλήψεις σε έναν λαό που είχε συγκροτήσει δεκάδες τέλεια οργανωμένα κράτη (τις πόλεις –κράτη) και που είχε τάξει τη ζωή του στην υπηρεσία του Νόμου, του υπέρτατου για τους Έλληνες άρχοντα. Το ανήσυχο ελληνικό πνεύμα, η πολυφωνία, η ελευθερία σκέψης και λόγου, που σφράγισαν τον αρχαίο πολιτισμό μας, δίνουν βέβαια εύλογες εξηγήσεις για το παράδοξο αυτό. Σ’ αυτά πρέπει να προστεθεί και η αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων για το νόημα του Νόμου. Ο Νόμος, λοιπόν, για τον αρχαίο Έλληνα, είναι δισυπόστατος: είναι το σύνολο των γραπτών νόμων που εξασφαλίζουν την ευρυθμία και την ευημερία της πόλης και των πολιτών, αλλά και το άγραφο δίκαιο που είναι έμφυτο και επιβάλλεται όχι από τον φόβο κυρώσεων, αλλά από το αίσθημα της αιδούς, που, όπως διαβάζουμε στον «Πρωταγόρα» του Πλάτωνα, μοίρασε ο Ερμής σε όλους τους ανθρώπους. Η σχέση ανάμεσα στο γραπτό και άγραφο δίκαιο και η υπεροχή του ενός έναντι του άλλου απασχόλησαν στην αρχαιότητα πολλούς ανθρώπους του πνεύματος και αποτέλεσαν την αφετηρία για τους αναρχικούς φιλοσόφους.

Πριν γνωρίσουμε τους πρώτους αυτούς «αναρχικούς», είναι χρήσιμο να δούμε τι πρεσβεύει γενικά το δόγμα του αναρχισμού. Ο αναρχισμός, λοιπόν, απορρίπτει τους νόμους που έχουν θεσπιστεί από ανθρώπους, καταδικάζει την ατομική ιδιοκτησία και την ύπαρξη εξουσίας, θεωρεί μάλιστα και τις δύο γενεσιουργές αιτίες του εγκλήματος. Αντίθετα, η ανυπαρξία νόμων, ιδιοκτησίας και εξουσίας, οδηγεί στην πραγματική δικαιοσύνη και στη δημιουργία μιας ελεύθερης, φυσικής κοινωνίας που βασίζεται στην αλληλοβοήθεια.
Αυτές τις αντιλήψεις θα τις συναντήσουμε και στη φιλοσοφική σκέψη αρχαίων Ελλήνων, διάσπαρτες όμως ή παραλλαγμένες ή ειπωμένες με ηπιότερο τόνο. Κι αυτό, γιατί στην αρχαιότητα δεν δημιουργήθηκε κάποιο φιλοσοφικό κίνημα αμιγώς αναρχικό με τη σημερινή έννοια του όρου, ούτε κάποιος φιλόσοφος προσδιόρισε τον εαυτό του ως τέτοιον. Επομένως, οι όροι «αναρχικός» και «αναρχισμός» είναι αδόκιμοι για την εποχή που θα εξετάσουμε και ίσως ξενίζουν, ωστόσο μόνο αυτοί μπορούν να αποδώσουν με τον όσο πιο δυνατόν εύστοχο τρόπο ανάλογες ιδέες της αρχαιότητας.

Αντιφών ο Αθηναίος

Ο πρώτος που αμφισβήτησε τους θεσμούς της πολιτείας ήταν ο Αντιφών ο Αθηναίος. Στην καρδιά της κλασικής εποχής (μέσα 5ου αι. π.Χ.) ο σοφιστής αυτός διατύπωσε δύο αδιανόητες για τότε απόψεις: α) όλοι οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους όμοιοι, β) οι νόμοι της πολιτείας είναι αυθαίρετοι κανονισμοί. Για τον Αντιφώντα οι νόμοι της πολιτείας είναι αμοιβαίες συμφωνίες ανάμεσα στους ανθρώπους και επίκτητοι. Απέναντί τους στέκονται, σαφώς ανώτεροι, οι νόμοι της φύσης, που υπαγορεύονται από την ανάγκη. Η φύση, περισσότερο από τον νόμο, βρίσκεται κοντά στην αλήθεια και σ’ αυτήν οδηγεί τον άνθρωπο με αρωγό τον ορθό λόγο. Ως εδώ, οι ιδέες του Αντιφώντα δεν ακούγονται και τόσο ακραίες. Προχωρώντας όμως ακόμη πιο πέρα, ο Αντιφών ταυτίζει τον νόμο με τον ανθρώπινο πολιτισμό, τον οποίο επίσης απορρίπτει.
Διότι ο πολιτισμός αντιτίθεται στην ισότητα που υπαγορεύει η φύση και παραβιάζει τη φυσική δικαιοσύνη, αφού χαρακτηρίζεται από εθνικές και κοινωνικές διακρίσεις. Από αυτή την άποψη, οι πρωτόγονες φυλές, κατά τον Αντιφώντα, βρίσκονται πιο κοντά στην ευτυχία απ’ ό,τι οι πολιτισμένοι λαοί.
Μόνο η φύση και ο πρωτογονισμός, βέβαια, δεν αρκούν, για να εξασφαλίσουν στους ανθρώπους έναν τρόπο ζωής ομαλό και εποικοδομητικό. Προϋποθέσεις απαραίτητες που ορίζει ο Αντιφών είναι η ομόνοια ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας, δηλαδή η σύμπνοια αντιλήψεων, και η παιδεία. Σχετικά με τη σημασία της τελευταίας στην εξέλιξη του ανθρώπου, ο Αντιφών χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς ―τι άλλο;― τη φύση: όπως και η ποιότητα του σπόρου που φυτεύεται καθορίζει την ανάπτυξη του φυτού και το θωρακίζει απέναντι στη βροχή ή στην αμβροσία, όμοια και το είδος της παιδείας επιδρά στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και δημιουργεί στον άνθρωπο ισχυρές εσωτερικές αντιστάσεις απέναντι σε εξωτερικούς αλλοτριωτικούς παράγοντες.

Ζήνων ο Κιτιεύς

Τη φύση ως πρότυπο ζωής προέβαλε και ο Ζήνων ο Κιτιεύς (από το Κίτιο της Κύπρου, 335-263 π.Χ.), ιδρυτής τους Στωικισμού. Οι άνθρωποι πρέπει να ζουν «ομολογουμένως τη φύσει», δηλαδή ανάλογα προς τη φύση, η οποία είναι και ο γενικός νόμος του κόσμου. Ο Θεός, που είναι η ψυχή του κόσμου αυτού και ταυτίζεται με τον ορθό λόγο, μεριμνά με την απόλυτη σοφία του για την τάξη και τον ρυθμό του Σύμπαντος. Συγκεκριμένα ο Ζήνων έλεγε:
«Ως σκοπός ορίζεται η ζωή σε συμφωνία με τη φύση, ή, μ’ άλλα λόγια, σε συμφωνία με την ίδια μας την ανθρώπινη φύση, όπως επίσης και μ’ εκείνη του Σύμπαντος, μια ζωή στην οποία αποφεύγουμε κάθε πράξη που απαγορεύεται από τον κοινό για όλα τα όντα νόμο, δηλαδή τον ορθό λόγο, που διαποτίζει όλα τα όντα και ταυτίζεται με τον Δία, αφέντη και κυρίαρχο των πάντων».

Ο άνθρωπος μπορεί να κατακτήσει την ευδαιμονία, όταν η ζωή του εναρμονίζεται με τη φύση και τον θείο λόγο και όταν θέτει ως μοναδικό σκοπό της ζωής του την αρετή. Τα εξωτερικά αγαθά, όπως η υγεία και ο πλούτος, ελάχιστη σημασία έχουν και είναι μάλλον άξια περιφρόνησης. Αναφέρεται μάλιστα και κάποιο περιστατικό από τη ζωή του Ζήνωνα: Όταν το καράβι με το οποίο ταξίδευε ναυάγησε και έχασε όλη την περιουσία του, ο Κύπριος φιλόσοφος είπε την περίφημη ρήση: «Τώρα που ναυάγησα, έχω καλό ταξίδι». Την επιζήμια επίδραση του πλούτου και το άδικο της ατομικής ιδιοκτησίας στιγμάτιζε επίσης, όταν έλεγε πως «η πολυτέλεια κάνει φτωχό τον πλούσιο και διπλασιάζει τη δυστυχία των φτωχών» και πως «οι καρποί ανήκουν σε όλους, η γη σε κανέναν».

Ακόμη πιο κοντά στα ιδεώδη του αναρχισμού μας φέρνει η «Πολιτεία» του Ζήνωνα, έργο από το οποίο ελάχιστα αποσπάσματα έχουν σωθεί. Στον κόσμο που φαντάζεται ο Ζήνων δεν υπάρχουν δικαστήρια, όργανα τάξης, στρατός, ναοί, χρήματα, ούτε καν σχολεία και γάμοι. Οι άνθρωποι ζουν όλοι μαζί, σαν αγέλη, σε μία οικουμενική κοινότητα που λειτουργεί με τα ίδια ήθη και τους ίδιους φυσικούς νόμους. Σε αυτήν την «ακρατική» κοινωνία, που διέπεται από πλήρη ελευθερία και ισότητα, δεν υπάρχει περιουσία ούτε οικογένεια. Το πώς οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν με αυτές τις συνθήκες ειρηνικά εξηγείται απλά και αυτονόητα: εκτός από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, κάθε άνθρωπος έχει μέσα του και το κοινωνικό ένστικτο, που τον οδηγεί στη σύνδεση και στη συνεργασία με τους συνανθρώπους του με σκοπό το κοινό καλό. Αν, λοιπόν, οι άνθρωποι ακολουθούν τα έμφυτα ένστικτά τους αλλά και τη λογική, η οποία μπορεί να καθορίσει την ηθικότητα, θα ζουν αρμονικά, και ο πειθαναγκαστικός ρόλος των νόμων και των θεσμών θα είναι πια άχρηστος.

Ο Κροπότκιν, ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του αναρχισμού, απέδωσε στον Ζήνωνα τον τίτλο του «καλύτερου εκφραστή της αναρχικής φιλοσοφίας στην αρχαία Ελλάδα». Οι ιδέες του επιβίωσαν και στους πνευματικούς απογόνους του για αιώνες. Οι Στωικοί, που συνέχισαν την παράδοση της Σχολής που ίδρυσε ο Ζήνων, εμμένουν στη βασική αρχή ότι ο άνθρωπος πρέπει να ζει έλλογα και σύμφωνα με τη φύση, ενώ καταδικάζουν κάθε αυθαιρεσία του ατόμου. Θεωρούν την αρετή το ύψιστο αγαθό και τη σοφία απαραίτητο όρο για το λειτούργημα του πολιτικού, του ρήτορα, του παιδαγωγού. Εξακολουθούν βέβαια να πιστεύουν ότι όλα τα κράτη είναι κακά, επειδή ο πολιτικός, λόγω της ίδιας της φύσης του κράτους, κάποιες φορές θα πρέπει να δυσαρεστήσει ή τους θεούς ή τον λαό.

Επίκτητος

Στα μεταχριστιανικά χρόνια ο Επίκτητος, απελεύθερος δούλος, χάρισε στον Στωικισμό την τελευταία του αναλαμπή. Μαζί του και ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος Αντωνίνος, που όμως πρόδωσε τις αρχές του με τον καθόλου στωικό διωγμό που εξαπέλυσε κατά των χριστιανών (2ος αι.). Ο Επίκτητος ταύτισε τη φυσική ζωή με την αρετή, διακηρύσσοντας ότι «το κατα φύσιν ζην, τουτ’ oστι κατ αρετήν ζην». Πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος είναι εκείνος ο οποίος πράττει πάντα κατά τη δική του θέληση και τον οποίο κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει. Η ικανοποίηση των επιθυμιών μας δεν πρέπει ούτε να εναποτίθεται στα χέρια κανενός ούτε να μας υποτάσσει σε πράγματα και ανθρώπους.

Διογένης και Κυνικοί

Αν στους Στωικούς συναντούμε την αναρχική θεωρία, στους Κυνικούς θα βρούμε την αναρχική πράξη με την πανηγυρική και προληπτική διάλυση κάθε αξίας και θεσμού της οργανωμένης κοινωνίας. Ο περίφημος Διογένης ο Σινωπεύς (412-323 π.Χ.), ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του κινήματος των Κυνικών, δεν συγκρότησε ένα θεωρητικό σύστημα αξιών, αλλά με τις πράξεις του γελοιοποίησε, εξευτέλισε κυριολεκτικά τις κυρίαρχες κοινωνικές συμβάσεις, σε σημείο που δύσκολα θα έφτανε και ο πιο ριζοσπαστικός αναρχικός της εποχής μας. Το έδαφος είχε ήδη προλειάνει ο Αντισθένης, ιδρυτής των Κυνικών, ο οποίος κήρυττε δημοσίως ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει κυβέρνηση, ατομική ιδιοκτησία, επίσημη θρησκεία, γάμος.

Για τον Διογένη μόνο η ικανοποίηση των φυσικών αναγκών οδηγεί στην ευτυχία και καμία σωματική ανάγκη δεν μπορεί να θεωρηθεί ανήθικη, αφού η φύση τις δημιουργεί όλες. Ωστόσο, οι φυσικές ανάγκες μπορούν να δαμαστούν με την άσκηση, δηλαδή με το να ασκεί κάποιος το σώμα του, ώστε να περιορίζονται οι ανάγκες του στο ελάχιστο δυνατό. Αυτό θα βοηθήσει τον άνθρωπο να αποκτήσει αυτάρκεια: όσο πιο λίγες και απλές είναι οι ανάγκες του, τόσο πιο εύκολα θα μπορεί να τις ικανοποιεί. Η παράδοση στις σωματικές απολαύσεις συνιστά αδυναμία αλλά και αδικία. Στον ευτραφή ρήτορα Αναξιμένη έλεγε σαρκαστικά ο Διογένης: «Αναξιμένη, δώσε λίγη κοιλιά και στους φτωχούς». Είναι γνωστό πως ο Διογένης ζούσε σε ένα πιθάρι και ανάμεσα στα λιγοστά πράγματά του είχε και ένα ποτήρι. Κάποτε, όμως, που πήγε σε μια πηγή για να ξεδιψάσει, είδε ένα παιδί να πίνει νερό με τα χέρια του. Κατάλαβε τότε πως το ποτήρι ήταν κάτι περιττό, μια ψεύτικη ανάγκη, και το πέταξε μακριά.

Ο Διογένης και οι μεταγενέστεροί του Κυνικοί απορρίπτουν ό,τι σηματοδοτεί τον ανθρώπινο πολιτισμό. Ο Νόμος δεν έχει καμία απολύτως αξία απέναντι στη φύση, διότι οι νόμοι είναι ανθρώπινα έργα και διαφέρουν από χώρα σε χώρα, επομένως δεν έχουν αντικειμενικό κύρος και είναι ανάξιοι σεβασμού. Για τον λόγο αυτό, ακριβώς, κανένα δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να κρίνει τις πράξεις κάποιου, ούτε και οποιαδήποτε εξουσία έχει το δικαίωμα να καθορίζει τη ζωή των ανθρώπων. Θυμόμαστε εδώ την παρρησία με την οποία απάντησε σαν ίσος προς ίσο ο Διογένης στον Μέγα Αλέξανδρο, όταν τον ρώτησε τι επιθυμεί να κάνει γι’ αυτόν: «Να πας πιο πέρα, γιατί μου κρύβεις τον ήλιο». Το χρήμα είναι κι αυτό άχρηστο και επιζήμιο και απερίφραστα ο Διογένης πρόσταζε: «Καταστρέψτε το νόμισμα». Κι έχει σημασία να θυμηθούμε εδώ πως οι λέξεις «νόμισμα» και «νόμος» έχουν στην ελληνική την ίδια ρίζα. Και τον πόλεμο τον καυτηρίασε ο Διογένης με τον δικό του, ιδιότυπο τρόπο: Οι Κορίνθιοι προετοιμάζονταν πυρετωδώς για να πολεμήσουν τον Φίλιππο της Μακεδονίας και για να μη φανεί ότι ο Διογένης μένει άπρακτος, πήρε κι αυτός το πιθάρι του και άρχισε να το τσουλάει πάνω κάτω! Η ισχύουσα ηθική δεν θα ξέφευγε βεβαίως από το στόχαστρο του καυστικού φιλόσοφου και ήταν τέτοια η περιφρόνηση για τους κοινωνικούς κανόνες και η αναισχυντία του που δεν δίσταζε να συνευρίσκεται με κοινές γυναίκες στη μέση του δρόμου.

Ο Διογένης άφησε πίσω του μαθητές που ακολούθησαν τον ίδιο τρόπο ζωής και καυτηρίασαν έμπρακτα την αφύσικη και τεχνητή ζωή του πολιτισμού. Από τους πιο γνωστούς συνεχιστές του είναι ο Κράτης o Θηβαίος, που έζησε ως επαίτης, έχοντας μάλιστα στο πλευρό του την Ιππαρχία, κοπέλα από αρχοντική οικογένεια και αδελφή τού επίσης Κυνικού Μητροκλή.
Ο Κυνισμός μας εκπλήσσει όχι μόνο με τις ανατρεπτικές αρχές του, αλλά και με τη μακροβιότητά του. Το 362 μ.Χ. ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιουλιανός γράφει σε κάποιον σύγχρονό του Κυνικό, τον Ηράκλειο, αναφερόμενος στον επίσης Κυνικό Οινόμαο, που έζησε τα ρωμαϊκά χρόνια: «Αυτός λοιπόν είναι ο στόχος του, να υπονομεύσει κάθε σεβασμό προς τους θεούς, να γελοιοποιήσει όλη την ανθρώπινη σοφία, να ποδοπατήσει όλους τους νόμους για την τιμή και τη δικαιοσύνη και επιπλέον, να ποδοπατήσει εκείνους τους νόμους οι οποίοι χαράχτηκαν από τους θεούς στις ψυχές μας... Οι ληστές βρίσκουν καταφύγιο σε έρημες περιοχές, ενώ αντίθετα οι Κυνικοί πηγαινοέρχονται ανάμεσά μας, υπονομεύοντας τους κοινωνικούς θεσμούς».

Η αθηναϊκή δημοκρατία

Οι Κυνικοί λοιπόν, που ζούσαν σαν τα σκυλιά (κύων=σκύλος) και «γάβγιζαν» για την πλάνη των συνανθρώπων τους και τις ανόητες κοινωνικές συμβάσεις, υπήρξαν ξεκάθαρα, όπως και οι Στωικοί, οι «αναρχικοί» της αρχαιότητας. Ούτε όμως οι Κυνικοί ούτε οι Στωικοί κατάφεραν ν’ αλλάξουν την κοινωνία και να τη θεμελιώσουν πάνω σε αναρχικά ιδεώδη. Αυτό ωστόσο το είχε ήδη πετύχει πριν από αυτούς ο αθηναϊκός δήμος. Κι αν αυτό ακούγεται απίστευτο, αρκεί να αναλογιστούμε πώς λειτουργούσε η αθηναϊκή πολιτεία. Ποιοι έπαιρναν τις αποφάσεις; Ποιοι ψήφιζαν νόμους; Ποιοι δίκαζαν; Σε κάθε απάντηση θα βρούμε τους Αθηναίους πολίτες, τον ίδιο τον λαό.

Με τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα, του Κλεισθένη (6ος αι. π.Χ.), του Εφιάλτη και του Περικλή (5ος αι. π.Χ.), η εξουσία πέρασε σταδιακά εξ ολοκλήρου στα χέρια του αθηναϊκού δήμου και μόνο το δικαστήριο του Αρείου Πάγου παρέμεινε στους ευγενείς, διατηρώντας ωστόσο περιορισμένες αρμοδιότητες. Από τον Σόλωνα ήδη θεσπίστηκε η Ηλιαία, λαϊκό δικαστήριο που το αποτελούσαν 6.000 πολίτες, εκλεγμένοι με κλήρο, και που απέκτησε μεγάλη δύναμη τα επόμενα χρόνια.
Με κλήρο πάλι ορίζονταν τα μέλη της Βουλής, η οποία επόπτευε και συντόνιζε οτιδήποτε αφορούσε τον δημόσιο βίο: θέματα εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής, θρησκευτικές εκδηλώσεις, διαχείριση των δημόσιων οικονομικών, πολεμική προπαρασκευή. Τέλος, επεξεργαζόταν τα θέματα που θα υποβάλλονταν για συζήτηση στην εκκλησία του δήμου. Για το αθηναϊκό πολίτευμα είχε τόσο μεγάλη σημασία το να μπορούν να συμμετέχουν στη Βουλή ακόμη και οι πιο απλοί πολίτες, ώστε είχε οριστεί και χρηματική αποζημίωση για τους βουλευτές κατά τη διάρκεια της θητείας τους.

Η καρδιά βέβαια της αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν η εκκλησία του δήμου, στην οποία συμμετείχαν όλοι οι Αθηναίοι πολίτες άνω των 20 ετών. Συνεδρίαζε τακτικά και εκτάκτως περίπου 40 φορές τον χρόνο και οι δικαιοδοσίες της ήταν περισσότερες και από αυτές μιας σύγχρονης δημοκρατικής κυβέρνησης: ψήφιζε νόμους, εξέλεγε κάποιους άρχοντες, επέβαλλε ποινές ακόμη και θανατικές, εξόριζε ή δήμευε την περιουσία επικίνδυνων πολιτών, ακύρωνε αποφάσεις δικαστηρίων, έλεγχε τα όργανα της διοίκησης, αποφάσιζε την κήρυξη πολέμου ή τη σύναψη ειρήνης, οργάνωνε τις πολεμικές επιχειρήσεις, καθόριζε την οικονομική πολιτική του κράτους. Η απεριόριστη δύναμη των πολιτών φαίνεται και από τη διαδικασία του οστρακισμού, με τον οποίο οι Αθηναίοι ύστερα από ψηφοφορία εξόριζαν για 10 χρόνια όποιον θεωρούσαν απειλή για τη δημοκρατία τους.

Ο τελευταίος μοχλός του αθηναϊκού πολιτεύματος ήταν οι δέκα στρατηγοί. Εκλέγονταν από την εκκλησία του δήμου και είχαν μονοετή θητεία, στο τέλος της οποίας λογοδοτούσαν ενώπιον του λαού. Αν και είχαν τέτοιο δυναμισμό και κύρος, ώστε να μπορούν να πείθουν τα πλήθη, ήταν απλώς εκτελεστικά όργανα της λαϊκής βούλησης, την οποία έπρεπε να ικανοποιούν, καθώς ο έλεγχος από τους πολίτες και τη Βουλή ήταν διαρκής και ασφυκτικός.
Αν και το αθηναϊκό πολίτευμα ονομαζόταν δημοκρατία, καταλαβαίνουμε από τα παραπάνω ότι λειτουργούσε πολύ διαφορετικά από τη δημοκρατία των σύγχρονων κρατών. Βεβαίως, στην Αθήνα υπήρχαν εξουσίες, νόμοι και ιδιοκτησία, υπήρχαν δηλαδή όλοι εκείνοι οι θεσμοί που έχουν συγκεντρώσει τα πυρά των αναρχικών. Από την άλλη πλευρά, όμως, η αθηναϊκή δημοκρατία βασίστηκε στην ολοκληρωτική και παντοειδή συμμετοχή του λαού στη δημόσια ζωή ―το κύριο αίτημα των αναρχικών έφτασε κοντά στην πραγμάτωση του αναρχισμού περισσότερο από κάθε άλλο πολίτευμα στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή

Αυτή η πολιτεία ήταν που ενέπνευσε την πνευματική της αφρόκρεμα να υμνήσει την αναρχική φύση του ανθρώπου που εκδηλώνεται πανίσχυρη, όταν το απαιτήσουν οι περιστάσεις. Ο Σοφοκλής δημιούργησε μια Αντιγόνη που δεν φοβάται να συντρίψει την έπαρση του βασιλιά Κρέοντα, ο οποίος θέλησε να καταπατήσει το φυσικό δίκαιο με μία ανόσια διαταγή (να μείνει άταφος ο Πολυνείκης, αδελφός της Αντιγόνης). Η Αντιγόνη επιλέγει χωρίς δεύτερη σκέψη να υποταγεί στους άγραφους νόμους και να θάψει τον αδελφό της, θυσιάζοντας τη ζωή της. Κι όταν έκπληκτος ο Κρέων τη ρωτά πώς είχε το θράσος να παραβεί τη διαταγή του, εκείνη, πάντα αγέρωχη μα και ανθρώπινη, του απαντά:
Δεν ήταν ο Δίας που με διέταξε ούτε η Δίκη που κατοικεί μαζί με τους θεούς του κάτω κόσμου όρισε τέτοιους νόμους στους ανθρώπους. Ούτε και πίστευα πως οι δικές σου διαταγές έχουν τόση δύναμη ώστε εσύ, αν και θνητός,να μπορείς να περιφρονείς τους άγραφους κι ακλόνητους νόμους των θεών.Γιατί αυτοί δεν υπάρχουν μόνο σήμερα και χθες, αλλά από πάντα κι ούτε κανείς γνωρίζει πότε φάνηκαν. Εγώ λοιπόν, δεν είχα σκοπό από φόβο μπροστά στην έπαρση ενός ανθρώπου, να τους παραβώ και να τιμωρηθώ ενώπιον των θεών.
Η Αντιγόνη οδηγείται στον θάνατο με ηρωικό μεγαλείο, ενώ ο Κρέων, ολοκληρωτικά συντετριμμένος, απομένει μια άθλια σκιά του εαυτού του, κραυγάζοντας σιωπηλά ότι η σύγκρουση με το άγραφο δίκαιο είναι μονόδρομος που οδηγεί στην καταστροφή.

Αριστοφάνης

Αναρχική διαμαρτυρία βρίσκουμε και στα τρία αντιπολεμικά έργα του Αριστοφάνη.
Στους «Αχαρνής» ο καυστικός κωμωδιογράφος απευθύνει έκκληση στους συμπολίτες του για μαζική πολιτική ανυπακοή ως πίεση για τον τερματισμό του Πελοποννησιακού Πολέμου. Στην «Ειρήνη» οι άνθρωποι του λαού απελευθερώνουν την έγκλειστη σε σπηλιά ειρήνη και βάζουν τέλος στον πολυετεή πόλεμο. Στη «Λυσιστράτη», τέλος, οι γυναίκες όλης της Ελλάδας κηρύσσουν σεξουαλική απεργία ως αντίποινα για τον πόλεμο και αναγκάζουν τους άνδρες σε ειρήνη. Οι πολεμοκάπηλοι και οι πολιτικοί, που «για να βρίσκουν τον τρόπο να κλέβουν / ξεσηκώνουν γι’ αυτό αναμπουμπούλες», μπαίνουν στην άκρη και ο ίδιος ο λαός με επαναστατικό οίστρο παίρνει τη ζωή στα χέρια του και ορίζει τη μοίρα του.

Σωκράτης και Πλάτωνας

Τέλος, Αθηναίοι φιλόσοφοι άφησαν στη σκέψη τους και μια χαραμάδα για τον αναρχισμό, παρότι ο στοχασμός και ο τρόπος ζωής τους απείχαν πολύ από ανάλογα ιδεώδη. Ο Σωκράτης δεν πρόδωσε την ατομική του συνείδηση ούτε όταν άκουσε από το στόμα των δικαστών του την καταδικαστική απόφαση σε βάρος του. Δεν προσπάθησε με την απολογία του να ευχαριστήσει το ακροατήριό του ούτε και ζήτησε άφεση αμαρτιών, αντίθετα στους δικαστές που τον καταδίκασαν σε θάνατο απάντησε με νηφάλια αξιοπρέπεια: «Δεν θεώρησα πως για τον κίνδυνο του θανάτου έπρεπε να κάνω οτιδήποτε ανελεύθερο, ούτε τώρα μετανιώνω για την απολογία μου, αλλά προτιμώ πολύ περισσότερο να πεθάνω με τέτοια απολογία, παρά να ζήσω με άλλο τρόπο». Και ο Πλάτων, αν και στην ιδεατή Πολιτεία του δέχεται τη διάκριση των πολιτών και την εξουσία, απαγορεύει εντούτοις την προσωπική περιουσία και παραγκωνίζει τους νόμους.
Στη θέση των τελευταίων δεν βάζει φυσικά την αναρχία ούτε καν τη δημοκρατία που επίσης αντιπαθούσε, αλλά τους άρχοντες. Και όμως, το επιχείρημα που χρησιμοποιεί στον «Πολιτικό» του θα μπορούσαμε κάλλιστα να το ακούσουμε από το στόμα ενός αναρχικού: «Δεν θα μπορούσε ποτέ ο νόμος να συμπεριλάβει το καλύτερο και ταυτόχρονα το δικαιότερο για όλους με ακρίβεια, έτσι ώστε να εκδίδει τις πιο ωφέλιμες διαταγές... (δεν μπορεί) να βγάζει για ένα ζήτημα κάποιον απλό κανόνα που να ισχύει για όλες τις περιπτώσεις και για πάντα». Ψήγματα αναρχικής σκέψης συναντούμε και σε άλλους Έλληνες φιλοσόφους, όπως στον Αρίστιππο τον Κυρηναίο και στον Επίκουρο. Κοινός παρονομαστής παραμένει η υπεροχή της φυσικής εξουσίας του ατόμου έναντι της κρατικής, με έμφαση όμως εδώ στη σημασία της ηδονής.
Με όλες πάντως τις διαφορές και τα γενικότερα φιλοσοφικά πλαίσια που περιβάλλουν τα αναρχικά κηρύγματα της αρχαιότητας, γεγονός είναι ότι ο αναρχισμός βρήκε την αρχή και δόμησε τις αρχές του χάρη στο όχι πάντα αναρχικό, αλλά οπωσδήποτε άναρχο πνεύμα των Ελλήνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου