Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ- ΜΕΡΑ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

 *το παρόν κείμενο διαβάστηκε στην εκδήλωση που διοργανώθηκε στο 4ο Λύκειο Ζωγράφου

Σήμερα παγκόσμια μέρα κατά του ρατσισμού και των φυλετικών διακρίσεων μας δίνεται η ευκαιρία να συζητήσουμε γύρω από αυτό το θέμα που δυστυχώς γίνεται όλο και πιο επίκαιρο. Για να κατανοήσουμε τι πραγματικά είναι ο ρατσισμός θα πρέπει να εντοπίσουμε τις  ρίζες του. Τι πραγματικά είναι λοιπόν ο ρατσισμός? Ρατσισμός είναι να θεωρούμε κάποια άλλη ομάδα ανθρώπων ως κατώτερη ή ακόμη και άξια περιφρόνησης, λόγω της φυλετικής ή εθνικής τους καταγωγής. Ρατσισμός επίσης θεωρείται ο σεξισμός, δηλαδή η διάκριση απέναντι στις γυναίκες και απέναντι σε άτομα με διαφορετικές σεξουαλικές προτιμήσεις. Ρατσισμός επιπλέον είναι η διάκριση των ανθρώπων λόγω της κοινωνικής και επαγγελματικής τους κατάστασης και συχνά αναφέρεται με τον όρο κοινωνικός ρατσισμός. Για παράδειγμα όταν γίνεται περιφρόνηση στους οικοδόμους, τους σκουπιδιάρηδες κτλπ. Αιτία του ρατσισμού είναι συνήθως ένα μίγμα υπεροψίας και φόβου. Δηλαδή, από τη μια πλευρά αισθανόμαστε ότι η δική μας φυλή είναι ανώτερη - πιο καλλιεργημένη, πιο έξυπνη, πιο πολιτισμένη κτλ. - ενώ από την άλλη αισθανόμαστε ότι η άλλη φυλή με κάποιο τρόπο μας απειλεί: Είτε στρατιωτικά, είτε πολιτιστικά, είτε ακόμη και στο επίπεδο εξεύρεσης εργασίας. Το αποτέλεσμα, μέσα μας, είναι να βλέπουμε μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων με εχθρότητα και προκατάληψη. Ένα άλλο αίτιο είναι η έλλειψη στοιχειώδους μορφωτικού επιπέδου  όπου μετατρέπει τις  μάζες σε υποχείρια πρόβατα στις κατά καιρούς ρατσιστικές πολιτικές των κυβερνήσεων προκειμένου να δικαιολογηθούν  πολιτικά λάθη, να συντηρητικοποιηθεί η κοινωνία και να αποπροσανατολιστεί η κοινή γνώμη. Ο ρατσισμός δεν είναι ένας και ενιαίος. Υπάρχουν όμως ορισμένα δομικά χαρακτηριστικά κοινά σε όλους τους ρατσισμούς. Ετσι, κάθε ρατσισμός στηρίζεται σε αρνητικά στερεότυπα, δηλαδή σε προκαταλήψεις απέναντι στις άλλες, στις ξένες φυλές. Ο ρατσιστής γνωρίζει ότι υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στους πολιτισμούς και τις επιμέρους κοινωνικές ομάδες. Τις διαφορές αυτές όμως τις απολυτοποιεί, τις θεωρεί αναλλοίωτες και αιώνιες. Τη δική του φυλή θεωρεί ανώτερη από όλες τις άλλες. Επιπλέον, θεωρεί ότι τα χαρακτηριστικά μιας ορισμένης ομάδας είναι ομοιογενή για όλα τα μέλη της. Δεν αναγνωρίζει, δηλαδή, ότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα μέλη ακόμα και της δικής του ομάδας-φυλής. Πρόκειται βεβαίως για πίστη και όχι για γνώση.
Είναι αλήθεια ότι στο πλαίσιο των ομάδων οι πάντες σχηματίζουν θετικά στερεότυπα για τους δικούς τους (έσω ομάδα) και προκαταλήψεις για τους τρίτους (την έξω ομάδα). Προκαταλήψεις διαμορφώνουμε όλοι από τα πρώτα στάδια της ανατροφής μας, εφόσον δεν μπορούμε να σχηματίσουμε ταυτότητα χωρίς τη διάκριση «εμείς - αυτοί». Αυτό συμβαίνει ανέκαθεν. Εκείνο όμως που δεν είναι αναπόφευκτο, είναι η διά παντός εμμονή και καθήλωση κάποιου στις κληρονομημένες από το κοινωνικό του περιβάλλον προκαταλήψεις. Ρατσιστής, ακριβώς, είναι εκείνος που δεν δέχεται ποτέ να υποβάλει σε κριτική συζήτηση τις προκαταλήψεις του. Ο ρατσιστής δεν είναι απλώς δύσπιστος στο ένα ή το άλλο επιχείρημα. Απορρίπτει την ίδια τη χρήση του λόγου. Αυτό συμβαίνει γιατί δίπλα στις υπαρκτές διαφορές προσαρτά ο ίδιος ορισμένες φαντασιακές διαφορές, έτσι ώστε οι πρώτες να αποτελούν άλλοθι για τις δεύτερες.
Ουσιαστικά, ο ρατσισμός δεν αποτελεί μια στάση που προέρχεται από μια πραγματική διαφορά με τους άλλους. Απεναντίας, ο ρατσισμός δημιουργεί μια αιτία προκειμένου να εκδηλωθεί. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει πραγματικά η αιτία, θα εφευρεθεί. Η πίστη στην πρόταση «οι Εβραίοι σφάζουν παιδιά Χριστιανών» ή «όλοι οι Αλβανοί είναι εγκληματίες» είναι από λογική άποψη αστήρικτη. Από ψυχολογική άποψη, όμως, εξηγείται γιατί προσφέρει άλλοθι για την εκδήλωση επιθετικότητας απέναντι στις ομάδες-θύματα. Η υπερβολική έξαψη, η «υπερ-αντίδραση» με την οποία ένας ρατσιστής απορρίπτει τον άλλον, δεν έχει καμιά σχέση με την εκάστοτε πραγματική αφορμή, όποτε κι αν αυτή ποτέ δοθεί.
Φυσικά, ο ρατσισμός συγγενεύει με την ξενοφοβία και τον εθνοκεντρισμό. Πολλές φορές συνυπάρχει μαζί τους, διαμορφώνοντας μια κατάσταση συγκοινωνούντων δοχείων.
Ωστόσο, η ξενοφοβία μπορεί να μη στηρίζεται σε μια ανορθολογική πίστη στη βιολογική ανωτερότητα της φυλής, αλλά σε απλή άγνοια. Επίσης, ένας εθνικιστής μπορεί να υποτιμά τα άλλα έθνη, πλην όμως δεν είναι απαραίτητο να επιθυμεί την εξαφάνισή τους. Η ιδιαιτερότητα του ρατσιστή έγκειται στο ότι εκτός από την πίστη του στη διαφορά της δικής του ανώτερης, καλής και καθαρής φυλής επιθυμεί την εξαφάνιση των άλλων, επιθυμεί την εξαφάνιση των διαφορών (ανεξάρτητα από το αν πραγματοποιεί την επιθυμία αυτή).
Επιπλέον, στις μέρες μας έχει αλλάξει και το περιεχόμενο του ρατσισμού. Σήμερα η έννοια της ράτσας έχει περιθωριοποιηθεί, μια και αποδείχθηκε το αντιεπιστημονικό του υπόβαθρο. Στο πλαίσιο των σύγχρονων πολυπολιτισμικών κοινωνιών ο ρατσισμός εκφράζεται με διαφορετικό τρόπο: αντί να διατυμπανίζει την ανωτερότητα της φυλής και την απόρριψη των άλλων, ο ρατσισμός εκφράζεται κυρίως με την απόλυτη αποδοχή των πολιτισμικών διαφορών. Η ανισότητα του ανώτερου και του κατώτερου αντικαθίσταται από την απόλυτη διάκριση ανάμεσα σε ανόμοιους και αναφομοίωτους, υποτίθεται, πολιτισμούς. Πυρήνας του ρατσισμού πλέον είναι η φοβία της διαπολιτισμικής επικοινωνίας. Η επιδεικτική περιφρόνηση για τους κατώτερους παραχωρεί τη θέση της στην έμμονη αποφυγή της επαφής με τους άλλους. Εξαιτίας της μετατόπισης από τη «φυλή» στην «κουλτούρα» γίνεται λόγος πλέον για «νεο-ρατσισμό».
Για την εκδήλωση ρατσιστικών συμπεριφορών απαιτείται κατάλληλο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον. Σε περιόδους οικονομικών κρίσεων, διεθνών ανακατατάξεων, αυξάνουν οι ρατσιστικές συμπεριφορές εις βάρος ευπαθών κοινωνικών ομάδων (μετανάστες, πρόσφυγες, εθνικές μειονότητες, ομοφυλόφιλοι, μαύροι κ.λπ.). Οι ομάδες αυτές καθίστανται αντικείμενο ηθικού πανικού, δυσμενών διακρίσεων, καθίστανται το «κακό» αντικείμενο επί του οποίου διοχετεύονται το άγχος, ο φθόνος, η μνησικακία και η καταπιεσμένη επιθετικότητα της πλειοψηφίας. Πρόκειται για έναν διασπαστικό ρατσισμό που διευκολύνει την κυριαρχία των ελίτ εξουσίας μέσω της τακτικής του «διαίρει και βασίλευε».
Η πρώτη εικόνα που έρχεται στο μυαλό οποιουδήποτε ακούσει τη λέξη ρατσισμός, είναι τα σκλαβοπάζαρα, οι έγχρωμοι εργάτες του αμερικανικού νότου, τα γκέτο και η Κου Κλουξ Κλαν… Εικόνες που κάθε άλλο παρά κάνουν την ανθρωπότητα περήφανη. Ποιοι όμως είναι οι λόγοι για αυτά τα φαινόμενα; Αν κάποιος κοιτάξει προσεκτικά θα διαπιστώσει ότι πίσω από το ρατσισμό των προηγούμενων αιώνων βρίσκονται τα συμφέροντα της τότε πλουτοκρατίας οι οποίοι χρειαζόντουσαν δωρεάν εργατικά χέρια για να συντηρήσουν τα πλούτη τους και η θεωρία του ρατσισμού υπήρξε για να δικαιολογεί αυτή την εκμετάλλευση. Στη συνέχεια ο ρατσισμός εξυπηρέτησε στο να διασπά και να διαχωρίζει τους λευκούς και μαύρους εργαζόμενους από τον κοινό αγώνα. Στη συνέχεια οι ρατσιστικές απόψεις επεκτάθηκαν και απέναντι σε άλλους λαούς που μετανάστευσαν στη «γη της επαγγελίας», στους Ιταλούς, στους Νοτιο-αμερικάνους και στους Έλληνες, τους οποίους μάλιστα χαρακτήριζαν «βρωμο-έλληνες»… Στην Ευρώπη, η ρατσιστική θεωρία υπήρξε η βάση των ναζιστικών/φασιστικών ομάδων, που εμφανίστηκαν την περίοδο του μεσοπολέμου (’30). Ομάδες που είχαν τη στήριξη της ευρωπαϊκής πλουτοκρατίας και λειτούργησαν ως ανάχωμα στα κινήματα των εργαζομένων. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: απολυταρχικά – ολοκληρωτικά καθεστώτα που βούλιαξαν την Ευρώπη στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο και την καταστροφή .Στις μέρες μας, η οικονομική κρίση, η χρεοκοπία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και η αύξηση των κοινωνικών και ταξικών αγώνων δίνει πρόσφορο έδαφος όχι μόνο στις ριζοσπαστικές τάσεις της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και στις νεοφασιστικές ομάδες. Ιδιαίτερο ρόλο παίζει και η εγκληματική αδιαφορία των κυβερνήσεων απέναντι τόσο στους ντόπιους, όσο και στους πρόσφυγες που έχουν καταφύγει στη χώρα μας. Οι τελευταίοι, ως οι πιο οικονομικά αδύνατοι, έχουν καταδικαστεί να ζουν σε άθλιες συνθήκες στο κέντρο της Αθήνας με αποτέλεσμα να δημιουργούνται γκέτο όπου ανθούν οι παραβατικές συμπεριφορές (κλοπές, διακίνηση ναρκωτικών, μαστροπεία). Ενδεχομένως να εξυπηρετεί και η υποβάθμιση του ιστορικού κέντρου της πρωτεύουσας, για να πέσουν οι τιμές των ακινήτων και όταν αγοραστούν σε εξευτελιστικές τιμές από μεγαλο-επιχειρηματίες, να γίνει «σκούπα» και να στοιβάξουν σαν ζώα τους μετανάστες σε μεσαιωνικά κέντρα κράτησης. Το πρόβλημα θα είχε λυθεί πολύ εύκολα μέσω πολιτικής κοινωνικής πρόνοιας (στέγαση, ένδυση, παιδεία, εργασία. Το μόνο που βιώνουμε είναι η αυξανόμενη φτώχεια – υποβάθμιση του βιοτικού μας επιπέδου και η ενίσχυση των σωμάτων ασφαλείας.
Ο κάθε λαός βρίσκει τα δικά του προσχήματα όταν θέλει να στραφεί προς το ρατσισμό. Η ναζιστική Γερμανία είχε προφασιστεί τη γενετική καθαρότητα. Η Αγγλία της αποικιοκρατίας προφασίστηκε την πολιτιστική ανωτερότητα. Εμείς εδώ στην Ελλάδα, όταν έχουμε κρούσματα ρατσισμού, συνήθως αναζητούμε πρόσχημα στην εθνική μας καταγωγή, στην ελληνικότητά μας και στην ένδοξη ιστορία μας.   
Είναι βέβαια αλήθεια ότι οι αρχαίοι πρόγονοί μας συνεισέφεραν πολλά στoν πανανθρώπινο πολιτισμό, ίσως και περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο λαό της εποχής εκείνης. Το έκαναν όμως αυτό καλλιεργώντας τη δημοκρατία και το σεβασμό προς τον κάθε άνθρωπο, προς το ανθρώπινο πρόσωπο αυτό καθ’ εαυτό. Αν τώρα εμείς - εν ονόματι των αρχαίων - περιφρονούμε κάποιους εκ των συνανθρώπων μας, τότε το μόνο που κάνουμε είναι να φανερώνουμε ότι δεν είμαστε γνήσια παιδιά τους. 
Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνούμε είναι ότι ο κάθε άνθρωπος, ανεξάρτητα από την παιδεία που έλαβε και από τον πολιτισμό στον οποίο ανατράφηκε, έχει μέσα του την ίδια φλόγα της ανθρώπινης φύσης που έχουμε κι εμείς: Έχει δηλαδή την ικανότητα να αγαπά, να δημιουργεί, να ζει σε κοινωνία, να σκέπτεται, να χαίρεται, να θαυμάζει. Ίσως σε κάποια εξωτερικά ιδιώματα ή σε κάποιες συνήθειες να διαφέρει από εμάς, αλλά αυτό θα έπρεπε να ξυπνούσε το ενδιαφέρον μας μάλλον - πώς να γνωριστούμε καλύτερα - παρά το φόβο, την κατάκριση, την περιφρόνηση. 
Στην Ελλάδα πιστεύω πως είναι λάθος να μιλάμε για ρατσισμό. Αυτό που δυστυχώς όλο και περισσότερο αυξάνεται είναι η ξενοφοβία και η τρομολαγνεία που καλλιεργείται από τα ΜΜΕ και έχει ως θύματα όχι τους νόμιμους αλλα τους “παράνομους” μετανάστες. Ανθρώπους που η ανάγκη τους έκανε να περπατήσουν 10.000 χιλιόμετρα προκειμένου να σωθούν από τα αποτελέσματα της καταστροφικής ιμπεριαλιστικής επέλασης της δύσης με γνώμονα –τι άλλο?- το κέρδος.  Κάτι για το οποίο φυσικα έχει ευθύνες και η Ελλάδα ως στρατιωτικός εταίρος της δύσης.
Δυο εκατομμύρια λοιπόν οι «λαθρομετανάστες»; Ψέμα και μάλιστα προκλητικό. Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής (ΙΜΕΠΟ) του 2008, ο αριθμός των μεταναστών χωρίς άδεια παραμονής κυμαίνεται από τις 172.250 στις 209.402 άτομα. Ο Αλ. Ζαβός, πρόεδρος του ΙΜΕΠΟ σε συνέντευξή του τον Σεπτέμβρη του 2008 έδωσε ελαφρώς μεγαλύτερο αριθμό: «Γνωρίζουμε τον αριθμό των νομίμων και υπολογίζουμε κατ’εκτίμηση τον αριθμό των μη νόμιμων μεταναστών. Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία του υπουργείου Εσωτερικών, περίπου 500.000 διαθέτουν άδεια εν ισχύ, ενώ περίπου 100.000 βρίσκονται σε διαδικασία διεκπεραίωσης της υπόθεσής τους. Οι μη νόμιμοι μετανάστες από την άλλη, υπολογίζονται σε 200.000 με 250.000. Συνεπώς στην Ελλάδα κατοικούν και εργάζονται περίπου 850.000 έως 900.000 άτομα. Οι μετανάστες δηλαδή αντιστοιχούν περίπου στο 9% του πληθυσμού της χώρας».
Αρα, κάθε άλλο παρά «γεμίσαμε». Όμως, μήπως όσοι και να είναι οι «λαθραίοι» ή οι μετανάστες συνολικά, δεν τους χωράει μια χώρα με περιορισμένες δυνατότητες όπως υποστηρίζουν οι υπέρμαχοι του δολοφονικού «φράκτη» στον Έβρο και οι χειροκροτητές της Frontex;
Στη βάση αυτού του ισχυρισμού βρίσκεται η άποψη ότι οι μετανάστες φέρνουν την ανεργία. Είναι κι αυτό ψέμα, και μάλιστα διπλό.
Είναι ψέμα, γιατί είναι σαν να υποστηρίζει κάποιος ότι η αύξηση του πληθυσμού μιας χώρας –γιατί αυτό σημαίνει η παρουσία των μεταναστών- προκαλεί αυτόματα και μια αύξηση του ποσοστού ανεργίας. Και μόνο να το σκεφτεί κανείς με τέτοιους όρους, αρχίζει να καταλαβαίνει ότι το «επιχείρημα» μπάζει από παντού. Από το 1950 μέχρι σήμερα ο πληθυσμός της Ελλάδας αυξάνεται σταθερά. Αν η ανεργία ανέβαινε όσο ανεβαίνει ο πληθυσμός, σήμερα η μισή Ελλάδα θα ήταν άνεργη.
Η υποκρισία των ρατσιστικών κραυγών αποδεικνύεται όταν οι ίδιοι διαλαλούν σε όλους τους τόνους ότι ένα από τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας είναι η ...υπογεννητικότητα! Περισσότερες γεννήσεις, περισσότεροι κάτοικοι, περισσότερα «παραγωγικά χέρια» μας λένε, φέρνουν οικονομική ανάπτυξη. Φτάνει, συμπληρώνουμε εμείς, να είναι τα «σωστά» χέρια, τα καθαρόαιμα ελληνικά σύμφωνα με την αρρωστημένη λογική των ρατσιστών.
Είναι ψέμα, επίσης, γιατί οι μετανάστες αντί να «στραγγίζουν» θέσεις εργασίας και ανάπτυξη την έχουνε στηρίξει. Με πολλούς τρόπους. Σύμφωνα πάλι με μελέτη του ΙΜΕΠΟ «οι μετανάστες (νόμιμοι και παράνομοι) συμβάλλουν κατά 2,7% στο ΑΕΠ της χώρας, δημιουργούν το 2,8% του εισοδήματος και συνιστούν το 2,5% της απασχόλησης. Η έλευσή τους έχει προκαλέσει αύξηση των θέσεων εργασίας». Το «Εψιλον» της Ελευθεροτυπίας στις 17 Οκτώβρη 2010 είχε κάνει ένα αφιέρωμα για το τι θα σήμαινε να άδειαζε ξαφνικά η Ελλάδα από μετανάστες. Να ένα καλό παράδειγμα:
«Τα νοικοκυριά των οικονομικών μεταναστών καταναλώνουν το 3,1% της συνολικής αξίας των αγαθών και υπηρεσιών που καταναλώνονται στη χώρα, δαπανώντας κατά μέσον όρο 1.444 ευρώ το μήνα, όταν η μέση δαπάνη του συνόλου των νοικοκυριών της χώρας ανέρχεται σε 2.317 ευρώ. Τα λουκέτα αυξάνουν και, εφόσον δεν κινείται φύλλο, 100.000-124.00 εργαζόμενοι σε εμπορικά καταστήματα, μπαρ, καφέ, πιτσαρίες χάνουν τη δουλειά τους. Και να ήταν μόνο οι ξένοι; Οι 100.000 από αυτούς είναι... εντελώς Ελληνες». Η φυγή των μεταναστών, λοιπόν, θα έφερνε μεγαλύτερη ανεργία και όχι ο ερχομός τους.
Η μελέτη του ΟΟΣΑ Migration Outlook 2010 (κάποια στοιχεία της δημοσιεύτηκαν στο www.tvxs.gr στις 13 Ιούλη 2010) παρόλο που μόνο ως αντιρατσιστικό ή αριστερό κείμενο δεν μπορεί να θεωρηθεί, δείχνει με κάποιους έμμεσους τρόπους ότι η ανεργία είναι κοινή μοίρα των ντόπιων και μεταναστών εργατών, και ότι μάλιστα οι «μετανάστες πλήττονται δυσανάλογα από την κρίση». Συγκεκριμένα: «Τα πιο πρόσφατα στοιχεία, από το τρίτο τέταρτο του 2009, δείχνουν ότι ο αριθμός των ανέργων Ελλήνων αυξήθηκε κατά 30% περίπου την προηγούμενη χρονιά, ενώ ο αριθμός των ανέργων ξένων ΔΙΠΛΑΣΙΑΣΤΗΚΕ (η υπογράμμιση δική μου, ΛΜ). Οι ξένοι αποτελούσαν το 9,8% της απασχόλησης και το 10,5% της ανεργίας».
Και εδώ ερχόμαστε στο πραγματικό ζήτημα. Για την ανεργία, τη φτώχεια, τα χαμηλά μεροκάματα, η αιτία δεν βρίσκεται στο ότι «η βάρκα γέμισε» και δεν αντέχει άλλο. Φταίει ότι τη «βάρκα» δηλαδή τον πλούτο της κοινωνίας τον κατέχει μια εκμεταλλευτική μειοψηφία, οι καπιταλιστές. Ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που κυνηγάει το κέρδος, τυφλά και καταστροφικά. Για κάποιες περιόδους, αυτές που οι κυβερνήσεις ονομάζουν «άνθηση», αυτό το κυνήγι μπορεί να φέρει θέσεις εργασίας, ακόμα και μεγαλύτερα μεροκομάτα. Όμως, και πάλι, οι εργάτες πρέπει να παλεύουν με νύχια και με δόντια για να διατηρήσουν και να μεγαλώσουν βιοτικό επίπεδο και δικαιώματα.
Η κερδοσκοπική φούσκα στην γη και τα ακίνητα ήταν ένας από τους κινητήρες του ελληνικού καπιταλισμού από τη δεκαετία του ’90 κιόλας. Το «εθνικό όραμα» της Ολυμπιάδας, εκτός από χρέη προκάλεσε και ένα οργασμό οικοδομικής δραστηριότητας. Έτσι η οικοδομή «χώρεσε» τους Αλβανούς και τους Πολωνούς οικοδόμους δίπλα στους ντόπιους. Και ευτυχώς το συνδικάτο οικοδόμων έγραψε μέλη του αυτόν τον κόσμο.
Με το ξέσπασμα της κρίσης η οικοδομική δραστηριότητα έπεσε κατακόρυφα και το τσεκούρι που ρίχνει το «Μνημόνιο» στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Και «ξαφνικά» εκεί που ο κλάδος χωρούσε τόσους, τώρα χωράει τους μισούς και τους λιγότερους –ντόπιους και μετανάστες, «νόμιμους» και παράνομους. Για την ακρίβεια, η ρατσιστική πολιτική των κυβερνήσεων έχει εξασφαλίσει ότι η ανεργία γίνεται παράγοντας που σπρώχνει στην «παρανομία» μετανάστες εγκατεστημένους χρόνια στην Ελλάδα. Ανεργία σημαίνει όχι ένσημα, και άμα δεν πιάσεις τον «κατάλληλο» αριθμό ενσήμων, χάνεις άδεια εργασίας και άδεια παραμονής.
Η αλήθεια είναι ότι οι μετανάστες όχι μόνο δεν επιβαρύνουν τις κοινωνικές υπηρεσίες (σχολεία, νοσοκομεία κλπ), αλλά φέρνουν έτοιμα εργατικά χέρια χωρίς και το ελληνικό κράτος να ξοδέψει ούτε ένα ευρώ για την ανατροφή τους. Κάθε ελληνόπουλο μέχρι να φτάσει σε ηλικία για να πιάσει δουλειά χρειάζεται μια «επένδυση» από την οικογένεια και το κράτος (στο μαιευτήριο, στον παιδικό σταθμό, στο δημοτικό κλπ). Οι μετανάστες φέρνουν αυτή την «επένδυση» έτοιμη μαζί τους.
Το αίτημα νομιμοποίησης όλων των μεταναστών, για το οποίο πολέμησανοι 300 στην Υπατία  φαντάζει ουτοπικό. Παρόλα αυτά να τι θα κερδίζονταν:

  • Αύξηση του μεροκάματου των ίδιων των μεταναστων αλλά και όσων ντόπιων εργαζόμενων δουλεύουν σε παρεμφερείς εργασίες με τους μετανάστες. Ματαίωση του χάσματος και άμβλυνση της πίεσης που ασκούν οι εργοδότες στους εργαζόμενους με “κανονική” εργασιακή σχέση.
·        Μείωση της αδήλωτης εργασίας και της εισφοροδιαφυγής των εργοδοτών. Αύξηση των εσόδων των ασφαλιστικών ταμείων και της φοροδιαφυγής από την ένταξη περίπου 470.000 ανθρώπων στο ασφαλιστικό και φορολογικό σύστημα.
·        Διευκόλυνση της ένταξης των μεταναστών στα συνδικάτα και αύξηση της διαπραγματευτικής τους δύναμης.
·        Μείωση της περιθωριοποίησης και της παραβατικότητας, φρένο στην εκμετάλλευση ανθρώπων από εγκληματικά κυκλώματα και κυκλώματα “νομιμοποιήσεων”.
·        Αποσυμφόρηση της διαδικασίας του ασύλου από οικονομικούς μετανάστες που αναγκάζονται να αιτηθούν άσυλο για να μη ζουν με το φόβο της σύλληψης και της απέλασης.
·        Απεγκλωβισμός από τη χώρα ανέργων μεταναστών που θα ήθελαν να επιστρέψουν στη χώρα τους για κάποιο διάστημα, αλλά δεν το κάνουν φοβούμενοι πως θα δυσκολευτούν να επιστρέψουν παράνομα.
·        Απονομιμοποίηση της ρατσιστικής προπαγάνδας περί “εγκληματιών” λαθρομεταναστών που ευθύνονται για όλα τα δεινά. Απονομιμοποίηση της καταστολής με πρόσχημα τους “παράνομους”.
Τέλος θέλω να επισημάνουμε πως είναι ψέμα το επιχείρημα ότι νομιμοποίηση=νέα αύξηση μεταναστευτικών ροών. Αν κάτι τέτοιο ίσχυε τότε θα είχαμε “πλημμυρίσει” από Βούλγαρους και Ρουμάνους όταν οι χώρες τους εντάχθηκαν στην ΕΕ και εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι μετατράπηκαν από παράνομους μετανάστες σε πολίτες της ΕΕ. Αντίθετα η νόμιμη παραμονή και μετακίνηση των μεταναστών σημαίνει πως θα ακολουθήσουν φυσιολογικά και χωρίς περιορισμούς τις ευκαιρίες για εύρεση εργασίας, εκεί όπου υπάρχουν δουλειές. Και δεν θα εγκλωβίζονται σε χώρες σαν την Ελλάδα που είναι παγκοσμίως γνωστό πως αποτελούν τον αδύναμο κρίκο στην παγκόσμια αλυσίδα της κρίσης.
Μόνο ως πρόωρα πνευματικά γερασμένοι  μπορούν να χαρακτηριστούν οι νέοι οι οποίοι  κουβαλούν παρόμοιες ρατσιστικές αντιλήψεις με μεσήλικες. Η πάλη κατά του ρατσισμού είναι ζήτημα όλων όσων επιζητούν μια ανατροπή στους συσχετισμούς που δημιουργούνται  και είναι εις βάρος όλων μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου