Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ULTRAS ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΠΙΡΡΟΕΣ ΤΟΥ



από την μεταφραστική κοινότητα www.rebelnet.gr

Εδώ στην Ιταλία η κατάσταση γίνεται πολύ δύσκολη. Έχω βαρεθεί να ακούω προσβολές από τους αντιπάλους μας κάθε Κυριακή, και καθώς ο χρόνος περνάει, η κατάσταση χειροτερεύει».
- Abedi Pele (ποδοσφαιριστής από την Γκάνα, τον Απρίλιο του 1996)


Για να αντιμετωπίσει κάποιος το πρόβλημα του ρατσισμού στα Ιταλικά γήπεδα σημαίνει να μελετήσει ξανά την ιστορία της υποστήριξης από τα οπαδικά «πέταλα» (την υποστήριξη των «ultras» βασισμένη στις θέσεις των ορθίων), για να καταλάβει την δυναμική που έκανε ικανό τον ρατσισμό και τον δεξιό εξτρεμισμό να εξαπλωθεί αλλά και τις επεμβατικές στρατηγικές που είναι αναγκαίες για την καταπολέμηση του.

Ο Ιταλικός όρος «ultra» μεταφράζεται συνήθως από τον Αγγλικό όρο «hooligan», και αυτή είναι μια γενικότητα που αρέσει σε πολλούς Ιταλούς δημοσιογράφους, μαζί με πολλούς ξένους παρατηρητές.

Παρόλα αυτά, αν ελέγξουμε την σημασία των δύο όρων θα συνειδητοποιήσουμε γρήγορα ότι δεν ταυτίζονται. Ο όρος «hooligan» προέρχεται από το όνομα μιας συμμορίας η οποία ήταν ενεργή στα τέλη του 1800 στην Αγγλία, διαβόητη για την επιθετικότητα της. Αυτός ο όρος υπονοεί ευθέως ότι αυτοί οι οπαδοί είναι εγκληματίες, ενώ ο όρος «ultra» είναι πολύ πιο περιεκτικός και θα διατηρηθεί καθ’ όλη την διάρκεια αυτού του άρθρου. Προέρχεται απευθείας από τον κόσμο της πολιτικής (οι υποστηρικτές των Γάλλων βασιλέων, οι αριστερές ομάδες μετά το 68) και υποδηλώνει πολιτικό εξτρεμισμό. Αυτή η διαφορά είναι το αναγκαίο σημείο ξεκινήματος για την μελέτη μας για την ιστορία της «ultra» υποστήριξης στην Ιταλία.

Ο αγγλικός ποδοσφαιρικός χουλιγκανισμός συνέβαλε στον σχηματισμό ομάδων νεαρών ατόμων που εξέφραζαν την υποστήριξή τους με νέους και πιο επιθετικούς τρόπους από το Ευρωπαϊκό πλαίσιο. Πάντως, στις διαφορετικές εθνικές καταστάσεις, αυτό το φαινόμενο έχει αλληλεπιδράσει με κάποια τοπικά πολιτισμικά, κοινωνικά και πολιτικά στοιχεία. Αυτά τα στοιχεία καθόρισαν μια διαφορετική μορφή εξέλιξης των ultras σε σύγκριση με το Αγγλικό μοντέλο.
οπαδοί της ιταλικής LIVORNO, γνωστοι αντιφασίστες οπαδοί

Πιο συγκεκριμένα, στην Ιταλία το φαινόμενο των «ultras» επέδειξε τέτοιον βαθμό αυτονομίας συγκρινόμενο με το αρχικό του Αγγλικού hooligan, ώστε κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1980, είχε γίνει παράδειγμα για άλλες Ευρωπαϊκές χώρες (συγκεκριμένα για Μεσογειακές χώρες όπως η Ισπανία, η Ελλάδα, οι δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, η νότια Γαλλία και κάποιες από τις Βαλτικές χώρες).

Στην Ιταλία η γέννηση των γκρουπ των «ultras» έλαβε χώρα σε μη-ομαλό πολιτικό πλαίσιο, το οποίο και θα σκιαγραφήσουμε σύντομα. Η Ιταλία επέδειξε μια ειδική λειτουργία που έφτασε στην κορύφωση της μεταξύ του τέλους του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και του τέλους της δεκαετίας του 70. Η πολιτική σύγκρουση περιελάμβανε όλα τα κοινωνικά πεδία. την δημόσια ζωή. Τα αθλητικά και πολιτιστικά γεγονότα είχαν τον χαρακτήρα της έκφρασης υποστήριξης ή με άλλα λόγια της αντιπαράθεσης ενός κληρικαλιστικού-συντηρητικού οράματος για τον κόσμο (που σε κάποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις θα μπορούσε να θεωρηθεί σχεδόν φασιστικό) με ένα όραμα συνδεδεμένο με την Κομμουνιστική αριστερά.

Η αντιπαράθεση ήταν επίσης τόσο ξεκάθαρη στο ποδόσφαιρο, σε τέτοια έκταση ώστε είναι εφικτό να υπογραμμίσεις τις διαφορές στις ομάδες με βάση την κοινωνική κατάσταση των οπαδών τους και τις γεωγραφικές περιοχές όπου οι διαφορετικές πολιτικές ιδέες ήταν περισσότερο ή λιγότερο ισχυρές. Στο Μιλάνο η Milan εκπροσωπούσε την ομάδα της εργατικής τάξης (τους σιδηροδρομικούς εργάτες συγκεκριμένα), έτσι θεωρούνταν αριστερή, ενώ αντίθετα η Inter ήταν η ομάδα της μεσαίας τάξης του Μιλάνου και των προαστίων του και θεωρούνταν κοντύτερα στις συντηρητικές ιδέες. Επίσης η πολιτική τάση μιας περιοχής συνήθιζε να έχει μια αυτόματη επίδραση στις πιο σημαντικές ομάδες, οπότε στην κομμουνιστική Emilia η ομάδα της Μπολόνια αναπόφευκτα είχε αριστερούς υποστηρικτές. Αντίστοιχα η ομάδα της Βερόνα ήταν το έμβλημα του συντηρητικού Veneto.

Αυτός ο κανόνας ίσχυε ακόμα και στα πρώτα γκρουπ οπαδών οργανωμένα από τους προέδρους των ομάδων, στην αρχή της δεκαετίας του 1960, με σκοπό να ασχοληθούν με την πώληση των εισιτηρίων και την οργάνωση της υποστήριξης αλλά και τους εκτός έδρας αγώνες. Έτσι διάφορα κλαμπ οπαδών της Inter οργανωμένα από τον Servello, αντιπρόσωπο του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος (Ιταλική ακροδεξιά οργάνωση) και επικεφαλής της διοίκησης της ομάδας, ήταν κοντύτερα σε συντηρητικές ιδέες σε τέτοιο βαθμό ώστε το πρώτο ultra γκρουπ της Inter, των «Boys», προήλθε από την διάσπαση ενός γκρουπ νεαρών οπαδών που άνηκαν στο Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα. Κάποια κλάμπ οπαδών της Τορίνο δεν έκρυβαν τις αριστερές συμπάθειες τους, εμφανίζοντας πολλές φορές πανό με πολιτικά συνθήματα ενώ συχνά ξεκινούσαν συγκρούσεις όταν συναντούσαν φασιστικές συγκεντρώσεις. Το 1964 το “Fedelissimi Club” υποστηρικτών της Τορίνο επιτέθηκε σε μια φασιστική διαδήλωση στο Bergamo.

Σε ένα άκρως πολιτικοποιημένο πλαίσιο λοιπόν, η άνοδος των νεαρών επαναστατών της δεκαετίας του 1960 και η επακόλουθη γέννηση των γκρουπ των ultras δεν είναι μόνο μια έκφραση μιας κοινωνικής και πολιτισμικής συμπεριφοράς, αλλά είναι επίσης ισχυρά επηρεασμένη από την πολιτική κατάσταση.

το σημείο δολοφονίας του Γρηγορόπουλου στα Εξάρχεια
Στην Αγγλία, οι υποκουλτούρες του δρόμου συνδεδεμένες με την ροκ μουσική συνέβαλαν στην γέννηση και στην ανάπτυξη του συστήματος της κυριαρχίας, το οποίο και είναι και η βάση του οργανωμένου χουλιγκανισμού (ο ισχυρός δεσμός με την περιοχή, πολύ αυστηροί κανόνες εισόδου, άμυνα εναντίον των εισβολέων, επιθετική συμπεριφορά κ.α.). Αυτοί οι κανόνες στην συνέχεια εξαπλώθηκαν σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες μέσω διαφορετικών καναλιών. Στην Ιταλία, μερικά από αυτά τα νεανικά στυλ απέκτησαν σημασία και δύναμη ακριβώς κατά την διάρκεια των χρόνων των φοιτητικών διαδηλώσεων (1968-1969) και των μεγάλων συγκρούσεων των εργοστασιακών εργατών και επηρεάστηκαν ιδιαίτερα από αυτές. Στην Ιταλία το κίνημα διαμαρτυρίας δεν ήταν αποκλειστικά συνδεδεμένο με τους φοιτητές, αλλά περιελάμβανε έναν μεγάλο αριθμό νεαρών χειρονακτών εργατών. Με βάση την κινηματική εμπειρία, πολλοί νέοι άνθρωποι συγκροτήθηκαν σε ομάδες, πολλές φορές ακόμη και σε μικρά κόμματα, οργανωμένα σύμφωνα με τις Λενινιστικές ιδέες. Αυτές οι ομάδες κατέλαβαν τις πλατείες και δρόμους της Ιταλίας αντιμετωπίζοντας την καταστολή από την αστυνομία και από οργανωμένες δεξιές ομάδες. Αυτές οι ομάδες έλεγχαν ακριβώς τα σημεία συνάντησης όπου οι υποκουλτούρες του δρόμου ανθούσαν. Με αυτόν τον τρόπο, τα νέα στυλ του δρόμου και οι πολιτικές αρχές άρχισαν να αναμειγνύονται στο εσωτερικό αυτών των ομάδων. Αυτό που επίσης συνέβη ήταν ότι στο περιθώριο αυτών των ομάδων, οι καινούργιες, νεανικές υποκουλτούρες εισαγόμενες από την Αγγλία συνδύαζαν την τυπική επαναστατικότητα των νέων και τις αντικαθεστωτικές ιδέες. Αυτή ήταν και η περίπτωση των ultra γκρουπς. Το πρώτο από αυτά τα γκρουπ ονομαζόταν “La Fossa Dei Leoni” (Η Φωλιά των Λεόντων) και δημιουργήθηκε το 1968 στο Μιλάνο. Επακόλουθα, οι Boys της Ιντερ και οι Red and Blue Commandos (Κόκκινοι και Μπλε Κομάντο) της Μπολόνια γεννήθηκαν, μαζί με άλλα γκρουπ που δανείστηκαν τα ονόματα τους απευθείας από την πολιτική διάλεκτο (ξεκινώντας από το «ultras» το 1971 από τους οπαδούς της Σαμπντόρια και συνεχίζοντας στους Τουπαμάρος, τους Φενταγίν αλλά και τους Φολγκόρε και Φιχιλάντες κ.α. ).

οπαδοί της γερμανικής ST.PAULI,ομάδα του ομώνυμου προαστίου στο Αμβούργο. σύμβολο των απανταχού αντιφασιστών .


Όλα αυτά τα γκρουπ ήταν ξεκάθαρα γοητευμένα από το Αγγλικό μοντέλο χουλιγκανισμού και όταν Άγγλοι και Ιταλοί οπαδοί συναντήθηκαν για ένα παιχνίδι, είχαν την ευκαιρία να κάνουν συγκρίσεις: οι πρώτοι Ιταλοί Ultras άρχισαν να αυτοπροσδιορίζονται με συγκεκριμένα είδη ρούχων και με μια συγκεκριμένη περιοχή του γηπέδου η οποία επακόλουθα έγινε «απαγορευτική» για τους άλλους οπαδούς. Επίσης υποστήριζαν την ομάδα τους με ατέλειωτα συνθήματα κατά την διάρκεια ολόκληρου του ματς κα συμπεριφέρονταν βιαία εναντίον των αντίπαλων οπαδών. Πάντως, τα μέλη των Ιταλών ultras είχαν αναφορές σε ένα άλλο κοινωνικό μοντέλο, συγκεκριμένα τα μικρά, πολιτικά εξτρεμιστικά γκρουπ, καταλαμβάνοντας τους δρόμους και τις πλατείες, παρουσιάζοντας ένα ορατό μοντέλο στρατικοποίησης, οργάνωσης σε φατρίες και σκληράδας.

Είναι ξεκάθαρο ότι τα γκρουπ των ultras έτειναν στο να εναρμονίζονται στο στυλ αυτών των πολιτικών ομάδων υιοθετώντας επίσης τα οργανωτικά και δομικά χαρακτηριστικά τους, μαζί με κάποιες αντικοινωνικές λειτουργίες. Η επιρροή μπορεί να παρατηρηθεί με όρους αυθόρμητης προσκόλλησης κάποιων ultras σε ακροαριστερές ομάδες, αν και οι τελευταίες ποτέ δεν πραγματοποίησαν συστηματικές εκστρατείες στρατολόγησης στα γήπεδα. Η περίπτωση των γκρουπ των ultras που δημιουργήθηκαν από ακροδεξιές ομάδες ήταν διαφορετική. Αυτό συνέβη στις ακόλουθες ομάδες: Inter, Lazio και Verona. Σε αυτές τις περιπτώσεις φαίνεται ότι το Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα, αποκλεισμένο από τους δρόμους και τις πλατείες, προσπάθησε εκμεταλλευτεί την αντικοινωνική επαναστατικότητα των νεαρών οπαδών του ποδοσφαίρου, που συγκεντρώνονταν στα πέταλα των γηπέδων, ώστε να επηρεάσει την συμπεριφορά τους. Έτσι στο Μιλάνο, μέλη-κλειδιά του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος ήταν οι ιδρυτές των Boys της Inter και στην Ρώμη υπήρχε ένας πολύ μεγάλος αριθμός ακροδεξιών οπαδών ανάμεσα στους ultras της Lazio.
Ήταν ένας συνδυασμός μεταξύ μίας ποδοσφαιρικής κουλτούρας που ήταν λιγότερο εξαρτώμενη από τους οπαδούς της εργατικής τάξης συνδεδεμένης με τις πολιτικές ομάδες που καθόρισαν τον ιδιόμορφο χαρακτήρα του «ultra» κινήματος. Δεν ήταν αποκλειστικά βασισμένο σε μία κοινότητα εργατικής τάξης (όπως ήταν οι hooligans στην Αγγλία), αλλά αντιπροσώπευε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Το «ultra» κίνημα δημιουργήθηκε αμφότερα από «ανθρώπους που έχουν πειραματιστεί με την μαζική βία στο πολιτικό πεδίο» (όχι μόνο εργατικής τάξης αλλά και μικρομεσαίας τάξης, όχι μόνο αριστεροί αλλά και δεξιοί) και από «ανθρώπους που έχουν πειραματιστεί με την βία για την ικανοποίηση των καθημερινών αναγκών» (τοπικές συμμορίες).
Ας εξετάσουμε τώρα με περισσότερη λεπτομέρεια μερικά συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τα Ιταλικά γκρουπ από τα Ευρωπαϊκά αυτή την περίοδο. Θα δούμε ότι η ανάμιξη μεταξύ της ποδοσφαιρικής υποστήριξης και της πολιτικής δραστηριότητας απορροφήθηκε από τα γκρουπ των ultras, και ήταν εμφανή στα συμπεριφορικά τους μοτίβα και στις οργανωτικές τους δομές.
οπαδοί συγκρούονται με τις δυνάμεις καταστολής
οι φασίστες οπαδοί της LAZIO
Αν και τα γκρουπ των ultras ήταν επιρρεπή στην βία (όπως τα ξαδέρφια τους από την Αγγλία) και ήταν φίλοι ή αντίπαλοι άλλων ομάδων ακολουθώντας τις παραδοσιακές συμμαχίες ή αντιπαλότητες μεταξύ των διάφορων ομάδων, η πολιτική κλίση μιας ομάδας σύντομα επηρέασε αυτές τις συμμαχίες ή αντιπαλότητες. Για παράδειγμα: το αριστερό γκρουπ των ultras της Bologna έγινε εχθρικό προς το δεξιό γκρουπ της Verona, ενώ παράλληλα αδελφοποιήθηκε με το γκρουπ της Milan που μοιραζόταν την αριστερή κλίση τους. Επιπροσθέτως, μέλη των ultras υιοθέτησαν άμεσα τα ίδια ρούχα με πολιτικές ομάδες του δρόμου: πράσινα άνορακ, στρατιωτικά τζάκετ στα χρώματα του καμουφλάζ που φέρουν σήματα ομάδων, τζιν και μπαλακλάβα ή μαντήλια λαιμού στο πρόσωπο, όλα εκ των οποίων έκαναν τον «ultra» να μοιάζει με έναν αντάρτη πόλης. Ακόμα, στα Ιταλικά γήπεδα οι οπαδοί άρχισαν να παίζουν τύμπανα δανεισμένα από συνδικαλιστικές διαδηλώσεις, χρησιμοποιώντας τα για να συνοδέψουν τα τραγούδια τους. Τα σλόγκαν που οι ποδοσφαιρικοί οπαδοί τραγουδούσαν ασταμάτητα ήταν επίσης δανεισμένα από την πολιτική. Πανό και τεράστιες σημαίες που ήταν χαρακτηριστικό πολιτικών συγκεντρώσεων και πορειών άρχισαν να εμφανίζονται στα στάδια επίσης.


οπαδοί της LAZIO S.S. της γνωστής για τους νεοναζί οπαδούς ομάδας
Το «ultra» γκρουπ ήταν επίσης πολύ περισσότερο ανοιχτό στον έξω κόσμο απ’ ότι τα γκρουπ των hooligans. Εξαιτίας της τάσης του να είναι μια αντικουλτούρα, το «ultra» γκρουπ δέχτηκε έναν σχετικά αξιοσημείωτο αριθμό γυναικών (απούσες από τα Ευρωπαϊκά γκρουπ) και έφερε εις πέρας άμεσες δραστηριότητες σχετικά με τα μέλη, όπως στην πολιτική στρατολόγηση, με στόχο να αυξήσει τον αριθμό των μελών (πέρα από αυτοχρηματοδοτούμενες δραστηριότητες). Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τονίζουν μία ουσιαστική οργανωτική διαφορά μεταξύ των γκρουπ στην Ιταλία συγκρινόμενα με το Αγγλικό μοντέλο. Ενώ οι Άγγλοι και άλλοι Ευρωπαίοι οπαδοί  των «πετάλων» εκτελούσαν κυρίως αυθόρμητες δραστηριότητες (όπως τραγούδια, χορογραφίες χρησιμοποιώντας κασκόλ και όλα αυτά τα δρώμενα που λάμβαναν χώρα την μέρα του παιχνιδιού), οι Ιταλοί οπαδοί ένιωθαν ότι οι παράπλευρες δραστηριότητες δανεισμένες από την πολιτική που στόχευαν στην κοινωνικοποίηση και στην αύξηση της συμμετοχής στην στήριξη από το «πέταλο», ήταν μια πραγματική προτεραιότητα. Αυτές οι δραστηριότητες συνεπέφεραν μία οργάνωση που ξεπερνούσε τον Κυριακάτικο αγώνα και συμπεριλάμβανε μεσοβδόμαδες συναντήσεις όπου οι οπαδοί ασχολούνταν με την δημιουργία και το στήσιμο θεαματικού κυματίσματος σημαιών, στοχεύοντας στο να συμπεριλάβουν όλους τους άλλους οπαδούς του «πετάλου» και στην παραγωγή διαφόρων υλικών για την αυτοχρηματοδότηση του γκρουπ.
οπαδοί της αγγλικής LIVERPOOL
Για να έχουμε μια συνολική εικόνα, κάποια άλλα χαρακτηριστικά πρέπει να υπογραμμιστούν. Οι ultras ήταν παρόμοιοι με τους πρώτους Άγγλους hooligans στο γεγονός ότι ένιωθαν βαθύτατα δεμένοι με τα χρώματα της ομάδας τους και είχαν ισχυρούς δεσμούς με την λαϊκή οπαδική κουλτούρα. Ως εκ τούτου, κατέλαβαν τις φθηνές θέσεις, έβλεπαν τους αγώνες χωρίς να κάθονται ποτέ, αντλούσαν συνεχώς έμπνευση από την παράδοση. Έτσι, αναζωογόνησαν το έθιμο της Napoli στην χρησιμοποίηση βαρελότων, καπνογόνων, και κροτίδων όταν οι ομάδες έμπαιναν στο στάδιο, κάτι που αποτέλεσε ένα θεαματικό στοιχείο στις χορογραφίες τους. Επίσης επανέφεραν της παράδοση να σκηνοθετούν την κηδεία των αντιπάλων τους, παρελαύνοντας σαν σε πομπή κηδείας και ακολουθώντας το φέρετρο που ήταν καλυμμένο από την σημαία της αντίπαλης ομάδας.
Η ανάκτηση μερικών λαϊκών οπαδικών παραδόσεων, μαζί με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της «ultra» υποστήριξης αντιπροσώπευαν μια ισχυρή πιθανότητα έλξης και ένα δυναμικό όργανο ταύτισης γα τους νεαρότερους οπαδούς και έκανε ευκολότερη την επίτευξη στόχων που συνεχώς κυνηγούσαν αυτά τα γκρουπ και την οποία επίσης δανείστηκαν από την πολιτική σφαίρα, συγκεκριμένα την διαρκή απόπειρα ελέγχου, με έναν ηγεμονικό τρόπο, όλου του «πετάλου».
Αυτά είναι τα στοιχεία που χαρακτήριζαν το «ultra» κίνημα το οποίο γεννήθηκε την δεκαετία του 1970. Όσο περνούσε ο καιρός, η ανάπτυξη αυτού του κινήματος ήταν συνεχής και συμπορευόταν με την σημαντική αύξηση στις συρράξεις μεταξύ αντιπάλων οπαδών.
Όμως, ήταν μόνο το 1975 και πιο συγκεκριμένα την 21η Δεκεμβρίου του 1975, όταν το φαινόμενο ultras έκανε επίδειξη των βαθιών του ριζών μεταξύ του κυρίως σώματος της ομαδικής υποστήριξης, σε τέτοια έκταση που η Ιταλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία αποφάσισε να κάνει ένα κάλεσμα για «ημέρα φιλίας» εναντίον των βίαιων κομμάντο, στον απόηχο των βίαιων συγκρούσεων που έλαβαν μέρος κατά την διάρκεια του Εθνικού Πρωταθλήματος της περιόδου 74/75.
ο κοινωνικός αναβρασμός αποτυπώνεται και στα ίδια τα γήπεδα
Πλησιάζουμε συνεπώς την περίοδο που μπορεί να οριστεί ως η δεύτερη φάση του «ultra» κινήματος που φτάνει από το 1977 μέχρι το 1983. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου στις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες είναι εφικτό να παρατηρήσουμε μία αύξηση στην βία λόγω της αυξανόμενης στρατιωτικού στυλ οργάνωσης των γκρουπ των hooligans. Διαφορετικοί παράγοντες συνέβαλαν σ’ αυτήν την εξέλιξη, μεταξύ των οποίων μία μεγαλύτερη ανάγκη για οργάνωση συγκρούσεων εξαιτίας των αυξημένων μέτρων ασφαλείας και του σφιχτότερου ελέγχου από την αστυνομία, και τελευταίο αλλά εξίσου σημαντικό, την αύξηση των νεανικών υποκουλτούρων στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970. Πάνω απ’ όλα, το στυλ των skinheads έγινε κυρίαρχο στα βορειοευρωπαϊκά στάδια και, εξαιτίας της αυξημένης ροπής προς την ξενοφοβία και τον ρατσισμό (μέσα στο κίνημα των skinheads), αυτό το στυλ έκανε τα πιο βίαια γκρουπ των hooligans να στραφούν σε πιο ακροδεξιές θέσεις. Αυτό έγινε σε μία εποχή που τα δεξιά γκρουπ έψαχναν τρόπους να επηρεάσουν και να χειραγωγήσουν τα γκρουπ των hooligans μέσα στα Αγγλικά και Γερμανικά γήπεδα επίσης.



οι εθνικόφρονες οπαδοί του κυπριακού ΑΠΟΕΛ 
Στην Ιταλία οι δυναμικές ήταν εν μέρει διαφορετικές απ’ αυτές που αναπτύχθηκαν σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Είναι αληθές ότι τα γκρουπ των ultras που παραδοσιακά ελέγχονταν από δεξιούς ενίσχυσαν την θέση τους, όμως, το κοινωνικό σκηνικό και η ριζοσπαστική σκέψη ήταν ακόμα ολοκληρωτικά υπό τον έλεγχο των αριστερών. Τα γκρουπ που ελέγχονταν ισχυρά από αριστερή ηγεσία δεν απειλούνταν από διείσδυση ακροδεξιών γκρουπ. Ακόμα και η έλευση του στυλ των skinheads δεν απογειώθηκε για μερικά χρόνια και περιορίστηκε σε συγκεκριμένες περιοχές. Όμως, ακόμα και στην Ιταλία, η βία αυξήθηκε αλλά αυτό μπορεί να αποδοθεί στην άρνηση των πολιτικών κινημάτων της δεκαετίας του 70, τα οποία αναπτύχθηκαν εν μέσω της οργής και των αισθημάτων απομόνωσης του κόσμου και οδήγησε σε μια άγρια και βίαιη έκρηξη το 1977 που κορυφώθηκε με πικρές συγκρούσεις με την αστυνομία, δεξιές ομάδες και επίσης μεταξύ των ίδιων των αριστερών κινημάτων. Έτσι, όπως έγινε στις πλατείες κατά την διάρκεια των διαδηλώσεων, τα στάδια είδαν μια αύξηση στην χρήση αθέμιτων όπλων, μαχαιριών, σιδερένιων ράβδων και εκτοξευτήρων ρουκετών.
Τα ονόματα των νέων γκρουπ ήταν ακόμα επηρεασμένα από την πολιτική κατάσταση αυτών των χρόνων: πολλά γκρουπ όριζαν τον εαυτό τους ως «Ταξιαρχίες» (Brigades), αναφερόμενα στις τρομοκρατικές ομάδες που ήταν ενεργές αυτήν την περίοδο, και διάφορα σύμβολα που ανήκουν στην αριστερή τρομοκρατία εμφανίστηκαν (για παράδειγμα το πεντάγωνο αστέρι των Ερυθρών Ταξιαρχίων [Red Bridages]), καθώς και στην δεξιά τρομοκρατία (το δίκοπο τσεκούρι που ήταν έμβλημα της Ordine Nuovo [Νέα Τάξη]). Έγινε όλο και πιο συνηθισμένο για τα γκρουπ των ultras να οργανώνουν συγκρούσεις έξω από τα γήπεδα ώστε να αποφύγουν τον έλεγχο της αστυνομίας. Η αύξηση της βίας υπογραμμίστηκε από τον θάνατο ενός οπαδού της Lazio το 1979 πριν το ξεκίνημα του ντέρμπυ μεταξύ της Roma και της Lazio. Εκείνη την μέρα άλλες βίαιες συγκρούσεις συνέβησαν προκαλώντας αρκετούς τραυματισμούς στο Άσκολι, το Μιλάνο, και την Μπρέσια. Όμως, αυτήν την περίοδο, τα μεγάλα γκρουπ των ultras είχαν κατ’ ουσίαν πάρει τον ολοκληρωτικό έλεγχο των «πετάλων».
Αν και ο πολεμοχαρής χαρακτήρας ήταν δυνατότερος και το επίπεδο των συγκρούσεων ήταν υψηλότερο, το πρότυπο συμπεριφοράς που ενεργοποιούσε την βία ακολουθούσε τον κανόνα «της βίας ως όργανο» δανεισμένος από την πολιτική. Πριν κερδίσουν την είσοδο στην ελίτ ή στον πυρήνα του γκρουπ, μέσω της μεγαλύτερης περιφερικής υποστήριξης από το γκρουπ, τα άπειρα μέλη έπρεπε να περάσουν μια σειρά δοκιμασιών και να επιδείξουν την αξιοπιστία τους όχι μόνο από μια στρατιωτική οπτική γωνία, αλλά επίσης και με όρους οργάνωσης και γενικότερης συμπεριφοράς. Η άσκηση βίας συνέβαινε μόνο κατά την διάρκεια αγώνων μεταξύ ομάδων των οποίων οι οπαδοί ήταν ιστορικά εχθρικοί μεταξύ τους και με μεγάλα γκρουπ ultras. Έτσι, η προσφυγή στην βία κατά κάποιο τρόπο ελέγχονταν. Αν κάποιος έδειχνε ανίκανος να κινηθεί αποτελεσματικά, αγνοούσε τα αρχαιότερα μέλη, και με αυτόν τον τρόπο έβαζε σε κίνδυνο την ασφάλεια του γκρουπ, έμενε απ’ έξω και απομακρυνόταν. Την ίδια περίοδο, τα μέλη των ultras αυξήθηκαν, και αυτά τα κινήματα δυνάμωσαν τις οργανωτικές δομές τους. Αυτά τα χρόνια είδαν την γέννηση των «Διευθυνόντων», μοντέλο που χρησιμοποιούνταν από τα ακροαριστερά πολιτικά κόμματα. Η δουλειά των «Διευθυνόντων» ήταν να συντονίζουν τις συνεχώς αυξανόμενες ενέργειες που πραγματοποιούσαν τα γκρουπ των ultras. Σε αυτό το στάδιο, αυτές οι ενέργειες αντιστοιχούσαν στις τυπικές ενός οργανωμένου κλάμπ οπαδών και ήταν συγκεκριμένα αφοσιωμένες στην οργάνωση εκτός έδρας αγώνων και στην διαχείριση ορισμένου αριθμού εισιτηρίων.
Σε αυτή την περίοδο η ανάγκη για δυνατότερες σχέσεις με την Διοίκηση της Ομάδας αναδύθηκε. Για να δώσουμε ένα παράδειγμα των διάφορων ενεργειών και της διανομής τους μέσα στα γκρουπ των ultras στα τέλη της δεκαετίας του 70, παραθέτουμε μια συνέντευξη ενός αρχηγού των ultras της Τορίνο:
«…Οι αρχηγοί είναι οκτώ συμπεριλαμβανομένου εμού…κάθε ένας μας έχει και τις δικές του αρμοδιότητες. Οι γυναίκες κυρίως ασχολούνται με τα οικονομικά θέματα και είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου υπεύθυνες για την συγκέντρωση σημαιών και τυμπάνων. Εμείς ασχολούμαστε περισσότερο με τις σχέσεις με την Διοίκησης της Ομάδας… Υπάρχουν συγκεκριμένες αρμοδιότητες: η οργάνωση για τα εκτός έδρας παιχνίδια, η ερώτηση για τις τιμές, τα χρονοδιαγράμματα και την ενοικίαση λεωφορείων, η ενασχόληση με τα υλικά, για παράδειγμα η επιδιόρθωση σημαιών και ούτω καθεξής, η αγορά χαρτικών, αυτοκόλλητων ή t-shirt, η οργάνωση της υποστήριξης και το να είσαι υπεύθυνος για τα κονφετί και τους πυρσούς, το να πηγαίνεις στην Διοίκηση της Ομάδας για τα εισιτήρια και το να διατηρείς σχέσεις με την Ομάδα όπως επίσης και με άλλα κλάμπ… Όσον αφορά τα έσοδα, κάποτε συνηθίζαμε να βγάζουμε γενικές συλλογές όχι μόνο μεταξύ μας και να πουλάμε τα υλικά μας: T-shirt, αυτοκόλλητα και κασκόλ με την λέξη “ultra” πάνω τους. Αλλά τότε η Διοίκηση της Τορίνο αποφάσισε ότι αυτό δεν ήταν πολύ κομψό, μας είπε να καταγράψουμε τα έξοδα μας και μετά μας επαναχρημαδότησε.»
Μεταξύ του 1983 και του 1989, το κίνημα των ultras έφτασε μέχρι τα γήπεδα των επαρχιακών πόλεων και των ομάδων που έπαιζαν σε χαμηλότερες Κατηγορίες, εμπλέκοντας άτομα νεαρής ηλικίας προερχόμενα από όλες τις κοινωνικές τάξεις. Οι συνθήκες της κοινωνικής στέρησης δεν ήταν απαραίτητα ένα προαπαιτούμενο για την συμμετοχή στους ultras: αντίθετα, σε αυτά τα γκρουπ υπήρχαν άνθρωποι με καλές δουλειές και συχνά με καλή μόρφωση, επίσης αγόρια που προέρχονταν από καλοβαλμένες οικογένειες ή παντρεμένοι άντρες με σταθερή ζωή. Πολλές φορές ήταν ακριβώς στις μικρές, πλούσιες, επαρχιακές πόλεις όπου τα σκληρότερα και πιο ακραία γκρουπ μπορούσαν να βρεθούν, όπως στην Άσκολι, την Τσεζένα, την Βερόνα και το Ούντινε. Σε αυτές τις πόλεις η αλληλεπίδραση μεταξύ της κουλτούρας των ultras, της λογικής και των παραδοσιακών αντιπαλοτήτων μεταξύ πόλεων και περιοχών αναδύθηκαν ξεκάθαρα και με τον πιο αυθεντικό τρόπο. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου ο κόσμος των ultras κυριαρχήθηκε έντονα από τοπική και τοπικιστική υπερηφάνεια, ένα στοιχείο που δημιουργούσε μια ισχυρή ταυτότητα. Πριν, ήταν πάντα δυνατόν να συνδεθεί η χρήση βίας εναντίον των εισβολέων (όπως οι αντίπαλοι οπαδοί ή η αστυνομία) με την άμυνα της περιοχής των ultras (το πέταλο, η πόλη και τα χρώματα της ομάδας), επιπλέον όμως συνδέθηκε με μια ατμόσφαιρα, μια πολιτική ένταση η οποία θα μπορούσε να προμηθεύσει ένα πλεόνασμα ταυτότητας, συνοχής και συγκέντρωσης, βασισμένη όχι μόνο στην λογική του φίλου-εχθρού. Από την άλλη, στην δεκαετία του 1980, με την παρακμή των πολιτικών κινημάτων, η κατάσταση δεν ήταν πλέον η ίδια. Έτσι, σε αυτά τα χρόνια, η κύρια τάση μέσα στα κινήματα των ultras ήταν η ακόλουθη: μεγαλύτερη σημασία δόθηκε στην επαρχιακή ή τοπική ταυτότητα και τον τοπικισμό, στις επαρχιακές και τοπικές αντιπαλότητες και ιστορικές εχθρότητες και στον εντοπισμό των ultra γκρουπ που θα θεωρούνταν εχθροί. Η λογική τους, του σκοπού ως ένας απελευθερωμένου χώρου αντικαθίσταται από τον σκοπό ως μιας μικρής μητέρας πατρίδας. Με αυτόν τον τρόπο ο φυλετισμός, η μόδα της σκληρότητας και παραστρατιωτική οργάνωση, μαζί με τον νοσηρό σύνδεσμο με την μικρή μητέρα πατρίδα, τα οποία είναι όλα πολύ κοντά σε ακροδεξιές αξίες, άνοιξαν τον δρόμο για μια εύκολη άνοδο ρατσιστικής και ξενοφοβικής συμπεριφοράς μέσα στα γήπεδα.
Την ίδια στιγμή, τα παραδοσιακά μεγάλα γκρουπ αντιμετωπίζουν μια περίοδο κρίσης. Έπρεπε να αντιμετωπίσουν την ενδυνάμωση των μέτρων ασφαλείας μέσα στα γήπεδα. Οι έλεγχοι στα γκρουπ που ακολουθούσαν την ομάδα στους εκτός έδρας αγώνες αυξήθηκαν επίσης, μαζί με τον έλεγχο σε μέρη που μπορούσαν να προσεγγιστούν από τα κινήματα των ultras. Επιπλέον, η πρώτη αλλαγή γενιάς συνέβη στις ιεραρχίες των ultras. Κάποιοι χαρισματικοί ηγέτες, ενεργοί ακόμα και στον πολιτικό κόσμο, άφησαν τα πέταλα, συχνά εξαιτίας των αναρίθμητων κατασταλτικών μέτρων εναντίον τους εξαιτίας γεγονότων που συνέβαιναν ταυτόχρονα στα γήπεδα και στην πολιτική. Κάποια άλλα μέλη αποχώρησαν από τα γκρουπ ή έχασαν την επιρροή τους εκεί εξαιτίας προβλημάτων με τα ναρκωτικά. Εν τω μεταξύ, τα πέταλα είδαν την γέννηση άλλων γκρουπ, που δημιουργήθηκαν από πολύ νεαρά αγόρια (από 14 έως 16 ετών), που συχνά αποδοκιμάζονταν από τα επίσημα γκρουπ. Αυτά τα νέα γκρουπ, πάντως, κατάφεραν να καταλαμβάνουν την δική τους περιοχή στο πέταλο πίσω από το πανό τους. Τα ίδια τα ονόματα τους υπογράμμιζαν την διαφορετική έμπνευση τους,  σύγκριση με τα γκρουπ που δημιουργήθηκαν κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 70: σε αυτή την περίοδο τα νέα γκρουπ επέλεγαν ονόματα όπως “Wild Kaos” (ΣτΜ: Άγριο Χάος), “Sconvolts” (μετάφραση κατά προσέγγιση: “Οργισμένοι Άνθρωποι”, “Verona Alcohol (ΣτΜ: Αλκοόλ της Βερόνα), “Nuclei Sconvolti” (μετάφραση κατά προσέγγιση: Οργισμένοι Πυρήνες). Αυτά τα γκρουπ ενδιαφέρονταν κυρίως να τσακωθούν και άνηκαν στην κουλτούρα των καταχρήσεων και των «φρικιών». Το μοντέλο τους δεν ήταν ο μητροπολιτικός αντάρτης δρόμου, αλλά ο Άλεξ, ο νεαρός σούπερ-κακοποιός στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι», του οποίου το ομοίωμα άρχισε να εμφανίζεται σε διάφορα πέταλα, αντικαθιστώντας την προσωπογραφία του Τσε Γκεβάρα. Τα νέα γκρουπ ήταν το αποτέλεσμα μιας περιόδου στην οποία η κοινωνία κυριαρχούνταν από τον ηδονισμό, την τάση προς επίδειξη, την απέχθεια προς πολιτικές και κοινωνικές δεσμεύσεις.
Το στυλιστικό παράδειγμα που υιοθετήθηκε από πολλά νέα μέλη των ultras, συχνά σοβινιστικό, βίαιο και μισαλλόδοξο, είναι αυτό του “paninaro” (παρόμοιο στυλ με αυτό του casual). Όλα αυτά τα γκρουπ δημιουργήθηκαν μεταξύ του 1983 και του 1985 και αποδείχθηκαν πιο ικανά στο αποφεύγουν την αστυνομική καταστολή. Μπορούσαν εύκολα να μπερδέψουν τους ελέγχους αλλάζοντας την εμφάνιση τους και την ταυτότητα τους. Δεν νοιάζονταν για τις υπάρχουσες συμμαχίες, τις διέλυαν,  ή δημιουργούσαν κρίσεις εξαιτίας της μη-ελεγχόμενης συμπεριφοράς τους, ενώ συχνά χρησιμοποιούσαν μαχαίρια. Έχοντας αυτά τα χαρακτηριστικά, πολλά από αυτά τα γκρουπ στράφηκαν εναντίον της αρχής «του μονοπωλίου της βίας», εννοώντας ότι μέχρι εκείνη την στιγμή, η καταφυγή στην βία γινόταν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και σύμφωνα με ακριβείς κανόνες, ενώ η φιλοσοφία αυτών των νέων γκρουπ ήταν η καθαρή βία, δυναμική ενέργεια για χάρη της ίδιας, που εξασκούνταν παντού και πάντα. Έτσι, αποτέλεσαν μια εναλλακτική έλξη για οποιονδήποτε έδινε προτεραιότητα στις στρατιωτικές ενέργειες εντός του γκρουπ των ultras. Πάντως, ενώ σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες η αυξανόμενη τάση προς την εξειδίκευση των σκληρότερων και πιο επιθετικών γκρουπ τους οδήγησε σε έναν βαθμό διαχωρισμού από τους υπόλοιπους οπαδούς, στην Ιταλία αυτό δεν συνέβη.

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ


του Τζόν Πικάρντ, αναδημοσιευμένο απο την  εφημερίδα Μαρξιστική Φωνή

Ο πατέρας μου είχε μια πολύ πικρόχολη αίσθηση του χιούμορ. Τα Χριστούγεννα, κάθε φορά που η τηλεόραση έκανε αναφορά στη λειτουργία της Εκκλησίας, κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας: "Κοίτα τους, προσπαθούν να εμπλέξουν την θρησκεία παντού!" [Σημ. μεταφρ.: αγγλικό χιούμορ: εννοεί ότι τα Χριστούγεννα έχουν καταντήσει να μην είναι θρησκευτική γιορτή αλλά καταναλωτικό όργιο]

Φαντάζομαι ότι τα ίδια παράπονα θα έκαναν και οι αρχαίοι Κέλτες, ενοχλημένοι που οι Χριστιανοί ιερείς τους πήραν τη γιορτή του Γιουλ [ήλιου], κατά την διάρκεια της οποίας γιόρταζαν το χειμερινό ηλιοστάσιο. Ή τα παράπονα των Ρωμαίων πολιτών που ενοχλούνταν επειδή οι Χριστιανοί τους "έκλεψαν" τα πανηγύρια που ήταν αφιερωμένα στον Δία κατά τα τέλη Δεκεμβρίου.

Αυτοί οι παραπονούμενοι είχαν δίκιο, διότι ελλείψει μιας προσδιορισμένης ημερομηνίας στα Ευαγγέλια, οι Χριστιανοί άρχιζαν να γιορτάζουν τη γέννηση του Ιησού κατά τη διάρκεια των ήδη υπαρχουσών ειδωλολατρικών γιορτών.

Πολλοί Χριστιανοί σήμερα αγνοούν παντελώς την ειδωλολατρική και μερικές φορές αυθαίρετη προέλευση σημαντικών στοιχείων των πρακτικών και πεποιθήσεών τους. Πολλοί πιστεύουν στα σοβαρά ότι η προέλευση του Χριστιανισμού σχετίζεται σε μία ήσυχη νύχτα σε έναν αχυρώνα, με διάφορους βοσκούς και σοφούς γεμάτους δέος να κάνουν επίσκεψη. Αλλά τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια.


Υλισμός

Για τους μαρξιστές, οι οποίοι βασίζονται στον πραγματικό υλικό κόσμο, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Τον περασμένο χρόνο ολοκληρώθηκαν εκατό χρόνια από τη δημοσίευση του βιβλίου "Η καταγωγή του Χριστιανισμού", από το Γερμανό μαρξιστή Καρλ Κάουτσκι. Αυτή ήταν η πρώτη προσπάθεια περιγραφής της ανόδου των μεγάλων θρησκειών της Δύσης από τη σκοπιά της ταξικής πάλης και των υλικών εξελίξεων στην κοινωνία, και όχι από την σκοπιά ευσεβών πλασμάτων τρεφόμενων από τους άμβωνες της εκκλησίας.

Το βιβλίο του Καρλ Κάουτσκι είναι ανεπαρκές από πολλές απόψεις, αλλά οι βασικές γραμμές της επιχειρηματολογίας του παραμένουν σωστές. Αυτό που ήταν ιδιαίτερα σημαντικό όσον αφορά το βιβλίο είναι ότι ήταν η πρώτη προσπάθεια για να περιγραφεί η ίδρυση και η άνοδος του χριστιανισμού με την μέθοδο του ιστορικού υλισμού.

Ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς χρησιμοποίησαν τη μέθοδο του ιστορικού υλισμού και την εφάρμοσαν στην περιγραφή κοινωνικών και ιστορικών εξελίξεων. Στο βιβλίο του "αντι-Ντύρινγκ" ο Ένγκελς έδωσε την συνοπτική σημασία του:

"Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας ξεκινάει από την πρόταση ότι η παραγωγή και, δίπλα στην παραγωγή, η ανταλλαγή των προϊόντων που παράγονται, είναι η βάση όλων των κοινωνικών δομών . πως σε κάθε κοινωνία που έχει εμφανιστεί στην ιστορία, ο τρόπος με τον οποίο διανέμεται ο πλούτος και διαιρείται σε κοινωνικές τάξεις, εξαρτάται από το τι παράγεται, πώς παράγεται, και πώς γίνεται η ανταλλαγή των προϊόντων. Από αυτήν τη σκοπιά οι τελικές αιτίες όλων των κοινωνικών αλλαγών και πολιτικών επαναστάσεων πρέπει να αναζητούνται, όχι στο μυαλό των ανθρώπων, ούτε στην ανθρώπινη κατανόηση της αιώνιας αλήθειας και της δικαιοσύνης, αλλά στις μεταβολές στον τρόπο παραγωγής και ανταλλαγής. Πρέπει να αναζητούνται όχι στη φιλοσοφία, αλλά στην οικονομία κάθε συγκεκριμένης εποχής."

Ο Καρλ Κάουτσκι, ως εκ τούτου, απέρριψε τους μεταφυσικούς μύθους γύρω απ 'τον χριστιανισμό - τα θαύματα, τα υπερφυσικά γεγονότα κ.ο.κ - και επιχείρησε να περιγράψει την προέλευσή του μέσα από τις υπάρχουσες στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κοινωνικές συνθήκες.

Η επίσημη και κλασική περιγραφή των απαρχών του Χριστιανισμού είναι όπως περιγράφεται στην Καινή Διαθήκη. Τα ευαγγέλια του Λουκά, του Ματθαίου, του Μάρκου και του Ιωάννη λαμβάνονται σαν ιστορικοί απολογισμοί αληθινών γεγονότων στα πρώτα τριανταπέντε έτη μετά την πρώτη χιλιετία: πώς ο Ιησούς γεννήθηκε ως εκ θαύματος, πώς έκανε θαύματα και κήρυττε μαζί με τους δώδεκα μαθητές του, πώς σταυρώθηκε για τα κηρύγματά του και πώς αναστήθηκε από τους νεκρούς. Τα Ευαγγέλια των τεσσάρων αυτών μαθητών, εκλαμβάνονται ως περιγραφές αυτοπτών μαρτύρων.

Παρά τις παρενοχλήσεις, τις διώξεις και τους αναρίθμητους μάρτυρες, οι ανώτερες ιδέες των Χριστιανών - και ιδιαίτερα η προσφορά μιας μετά θάνατον ζωής και της λύτρωσης του ανθρώπου από τις αμαρτίες μετά τη σταύρωση του Ιησού - οδήγησε στην αύξηση της υποστήριξης του Χριστιανισμού, μέχρι που έγινε μια ασταμάτητη δύναμη, αναγνωριζόμενη τελικά από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο. Τα υπόλοιπα, όπως λένε, είναι ιστορία.

Αυτή είναι η "επίσημη" εκδοχή της εκκλησίας. Για τους Μαρξιστές το ζήτημα όμως είναι το ακόλουθο: ποιές ήταν οι συνθήκες στην Παλαιστίνη του πρώτου αιώνα; Ο Καρλ Κάουτσκι παραπέμπει στο γεγονός ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε ένα σύστημα βασισμένο στην δουλεία, στο οποίο η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού ζούσε μέσα στη φτώχεια για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.

Η Παλαιστίνη ήταν μια κοινωνία διαιρεμένη με πικρές ταξικές αντιθέσεις και αντιφάσεις. Τα χαρακτηριστικά της στο σύνολο της περιόδου ήταν η αναστάτωση, η αναταραχή και η εξέγερση. Πέρα από την ταξική πάλη, λειτουργούσε και ο πρόσθετος παράγοντας της εθνικής καταπίεσης της σημιτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού από τους Ρωμαίους. Εντός της εβραϊκής κοινωνίας, η ιερατική κάστα και οι ευγενείς στηρίζονταν από το ρωμαϊκό καθεστώς για να επιτυγχάνεται η μεγαλύτερη δυνατή εκμετάλλευση του πληθυσμού.

"Η θεμελιώδης σύγκρουση ήταν μεταξύ Ρωμαίων, Ηρωδικών και ιερατικών αρχόντων από την μία πλευρά, και των Ιουδαίων και Γαλιλαίων χωρικών από την άλλη, των οποίων η παραγωγή διατιθόταν ως φόρος υποτελείας στον Καίσαρα, φόρος για τον Ηρώδη, και δέκατα και προσφορές για τους ιερείς και τους ναούς."(Horsley, 'Ληστές, Προφήτες και Μεσσίες')

Οι ιερείς του Ναού στους οποίους καταβάλλονταν τα δέκατα (εκκλησιαστικός φόρος) από την τοπική αγροτιά, δεν ήταν μια μικρή ομάδα - ορισμένοι μελετητές τους αριθμούν σε χιλιάδες. Ο Εβραίος βασιλιάς Ηρώδης "ο Μέγας", που πέθανε το 4 π.Χ., άφησε μια χώρα οικονομικά εξαντλημένη από την Ρωμαϊκή κατάκτηση και την μετέπειτα φορολογία.

"Οι Εβραίοι παραγωγοί γεωργικών προϊόντων υπόκειντο τώρα σε διπλή φορολόγηση, που πιθανότατα ανερχόταν σε πάνω από το 40 τοις εκατό της παραγωγής τους. Υπήρχαν κι άλλοι ρωμαϊκοί φόροι, οι οποίοι επιβάρυναν ακόμη περισσότερο το λαό, αλλά ο φόρος υποτέλειας ήταν το μεγαλύτερο βάρος.

Ερχόμενη έπειτα από μία μακρά περίοδο εθνικής ανεξαρτησίας κάτω από την εξουσία των  Εβραίων βασιλιάδων, η ρωμαϊκή κυριαρχία θεωρούνταν εντελώς αθέμιτη. Οι χωρικοί έβλεπαν το φόρο υποτέλειας ως ληστεία. Οι μαχητικοί αγωνιστές κατά της ρωμαϊκής υποτέλειας, όπως ο Ιούδας της Γαλιλαίας, ο οποίος οργάνωσε μια ενεργό αντίσταση ενάντια στην απογραφή (κατάλογος ανθρώπων για λόγους φορολογίας) όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την άμεση διαχείριση της Ιουδαίας το 6 π.Χ., αναφέρονταν στην Ρωμαϊκή κατοχή ως δουλεία." (Ληστές, Προφήτες και Μεσσίες).

Εξεγέρσεις

Ο μόνος απολογισμός αυτής της ιστορίας γραμμένος εκείνη την εποχή είναι αυτός του Ιώσηπου, ενός Εβραίου στρατηγού που πολέμησε εναντίον των Ρωμαίων κατά την επανάσταση του 66 μ.Χ., ο οποίος στη συνέχεια άλλαξε στρατόπεδο. Είναι σαφές από τον απολογισμό του, ότι η εποχή αυτή ήταν γεμάτη αναταραχές και εξεγέρσεις. Κατά την περίοδο αυτή υπήρχαν πολλές εξεγέρσεις αγροτών, με επικεφαλής άνδρες χρισμένους από τον κόσμο ως βασιλείς (ή "μεσσίες"), οι οποίες καταστάληκαν με βάρβαρο τρόπο. Δεν ήταν ασυνήθιστο να ισοπεδώνονται ολόκληρές πόλεις, με τους κατοίκους τους να πωλούνται ως σκλάβοι.

Αυτές οι εξεγέρσεις αντανακλούσαν τις υλικές συνθήκες και την ταξική πάλη της εποχής, αλλά πάντα είχαν ένα θρησκευτικό περιτύλιγμα. Λαμβάνοντας υπόψη την παράδοση και τα κείμενα των Εβραίων, τα κινήματα αυτά αναπόφευκτα υιοθετούσαν τον μανδύα των ηγετών της γραφής, συμπεριλαμβανομένου ιδίως του Ιησού. Υπήρχαν πολλές αιρέσεις του "Ιησού" εκείνη την εποχή. Πολλές αιρέσεις είχαν μια 'κομμουνιστική' κοσμοθεωρία, με την περιουσία να μοιράζεται από κοινού σε όλα τα μέλη της κοινότητας.

Τα συγγράμματα του Ιώση, είναι τα μόνα σωζόμενα έργα που είναι γραμμένα από έναν συμμετέχοντα στα γεγονότα. Περιγράφει αυτά που βλέπει ως το αποτέλεσμα της αρνητικής επιρροής των μαντειών και των προφητειών σε περισσότερες από μία περιπτώσεις: "Απατεώνες και δημαγωγοί, υπό την μεταμφίεση της Θείας έμπνευσης, προκάλεσαν επαναστατικές ενέργειες και ώθησαν τις μάζες να δρουν σαν τρελές. Τις οδήγησαν έξω στην έρημο...". Ο Ιώσηπος ("Εβραϊκοί πόλεμοι") αναφέρει τα ονόματα αρκετών μαντών, "προφητών" και επαναστατών που υποκίνησαν τους Εβραίους, αλλά ο Ιησούς όπως περιγράφεται στην καινή διαθήκη δεν εμφανίζεται σε κανένα σημείο στο ογκώδες έργο του – υποτίθεται – σύγχρονού του Ιώσηπου.

Την επαναστατική δύναμη εκείνης της εποχής την αποτελούσαν οι αγρότες, οι οποίοι επανειλημμένα προσπάθησαν να αποτινάξουν το ζυγό της εθνικής και ταξικής καταπίεσης.

Ένα μικρό παράδειγμα από τα σχόλια του Ιώσηπου καταδεικνύει την αναταραχή εκείνης της περιόδου:

"Πολλοί [Εβραίοι αγρότες] έγιναν ληστές, και σε ολόκληρη τη χώρα υπήρχαν επιδρομές, και μεταξύ των πιο τολμηρών, εξεγέρσεις ..."

"...το σύνολο της Ιουδαίας ήταν μολυσμένο με ληστές..."

”Ο Φέλιξ [ Ρωμαίος έπαρχος, 52-58 μ.Χ] συνέλαβε τον [επαναστατικό ηγέτη] Ελεαζάρ, που επί είκοσι χρόνια λεηλατούσε τη χώρα, καθώς και πολλούς από τους συνεργάτες του, και τους έστειλε στη Ρώμη να δικαστούν. Ο αριθμός των ληστών που σταυρώθηκαν...ήταν τεράστιος (Ιώσηπος "Αρχαιότητες").”

Η εποχή αυτή ήταν πολύ διαφορετική από τη "γαλήνια νύχτα". Η επαναστατική αναταραχή επεκτάθηκε σε μια γενικευμένη εξέγερση το 66 μ.Χ. εναντίον των Ρωμαίων και των συνεργατών τους, την εβραϊκή άρχουσα τάξη και τους υψηλόβαθμους ιερείς του ναού. "...εχθρότητα και βίαιος φατριασμός ξέσπασε μεταξύ των αρχιερέων από τη μία πλευρά και των ιερέων και των ηγετών των μαζών της Ιερουσαλήμ από την άλλη." (Αρχαιότητες).
Η πολιορκία των Ιεροσολύμων

Κατά την διάρκεια των τεσσάρων επόμενων χρόνων έλαβε χώρα ένας αιματηρός ανταρτοπόλεμος, ακολουθούμενος από μια παρατεταμένη πολιορκία της Ιερουσαλήμ, κατά την οποία οι μάζες, φοβούμενες προδοσία από την εβραϊκή αριστοκρατία και τους αρχιερείς, στην ουσία εξεγέρθηκαν και πήραν την εξουσία της Ιερουσαλήμ στα χέρια τους. Μία από τις πρώτες πράξεις αυτής της εξέγερσης, ήταν η έφοδος στο Ναό και η καύση των εγγράφων και των πρακτικών που σχετίζονταν με τα χρέη και τους φόρους των αγροτών. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η αριστοκρατία και οι αρχιερείς - συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Ιώσηπου - εγκατέλειψαν την πόλη για την ασφάλεια που τους προσέφεραν οι ελεγχόμενες από τους Ρωμαίους περιοχές. Ακόμη και πριν από αυτή την επανάσταση, η Παλαιστίνη βρισκόταν σε μια δίνη διαφόρων θρησκευτικών αιρέσεων και δογμάτων, που βασίζονταν στην παραδοσιακή εβραϊκή γραφή και συχνά ήταν επηρεασμένες από την γενικευμένη δυσαρέσκεια για τη συνεργασία του εβραϊκού ιερατείου με τους Ρωμαίους και για τον παρασιτισμό του Ναού. Μεταξύ αυτών θα ήταν και εκείνη του «Ιησού», αλλά και άλλες μεσσιανικού τύπου σέχτες που ιδρύονταν από χαρισματικούς ηγέτες.

Μετά την αιματηρή καταστολή της επανάστασης και την επανακατάληψη της Ιερουσαλήμ (κατά τη διάρκεια της οποίας καταστράφηκε ο Ναός) το 70 μ.Χ, δεκάδες χιλιάδες Εβραίοι εγκατέλειψαν την περιοχή και πολλές χιλιάδες άλλοι, συνελήφθησαν και πωλήθηκαν ως δούλοι. Μια καταστροφή τέτοιων διαστάσεων δε μπορούσε παρά να επηρεάσει την Εβραϊκή διασπορά, που εξαπλώθηκε γύρω από κάθε μεγάλη πόλη σε ολόκληρη την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, συμπεριλαμβανομένων των μεγαλύτερων πόλεων όπως η Ρώμη, η Αλεξάνδρεια και άλλες μεγάλες πόλεις της Ανατολής.

Πολύ πριν τα επαναστατικά γεγονότα, αιρέσεις κάθε είδους ρίζωσαν στις εβραϊκές κοινότητες της διασποράς, παράλληλα με αυτές της Παλαιστίνης. Ανάμεσα σε αυτό το περιβάλλον αιρέσεων βρισκόταν και το είδος της λατρείας του Ιησού που βασιζόταν στο κήρυγμα του Παύλου, με μια πολιτική προσηλυτισμού όχι μόνο Εβραίων, αλλά και άλλων λαών. Αυτή η αίρεση, έγινε η κύρια βάση του Χριστιανισμού μέσω - μεταξύ άλλων - της απλοποίησης του Εβραϊκού νόμου σχετικά με την αναγκαιότητα της περιτομής και των αυστηρών νηστειών.

Όλα τα πρωτοχριστιανικά έργα που κυκλοφορούσαν από τα μέσα έως το τέλος του πρώτου αιώνα- συμπεριλαμβανομένων των επιστολών του Παύλου - δεν περιείχαν καμία ιστορική αφήγηση που να συνέδεε τον Ιησού με κάποια βιογραφία. Αυτό έγινε αργότερα με το ευαγγέλιο του Μάρκου, στο οποίο στηρίχτηκαν ο Λουκάς και ο Ματθαίος. Το Ευαγγέλιο αυτό γράφτηκε σα μια αλληγορική περιγραφή ενός βίου, συνταγμένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να ταιριάζει με το δόγμα του Ιησού που είχε αρχίσει να εδραιώνεται. Ήταν μια έκφραση της αυξανόμενης αυτοπεποίθησης που προσέδιδε η μεγάλη αριθμητική δύναμη στη συγκεκριμένη αίρεση. Αλλά ήταν επίσης, μια έκφραση της αυξανόμενης ταξικής διαίρεσης εντός της χριστιανικής κοινότητας, καθώς συμβιβαζόταν με τη ρωμαϊκή κοινωνία. Από τις αρχικές κομμουνιστικές ιδέες της λατρείας του Ιησού, σήμερα στην Καινή Διαθήκη εξακολουθούν να υπάρχουν μόνο μερικές υποδείξεις και προτάσεις αυτού του είδους.

Η Εκκλησία επεξεργάστηκε το δόγμα της τις πρώτες δεκαετίες του δευτέρου αιώνα, σε μεγάλο βαθμό, μέσα από τις πολεμικές με τους πρώην ομόθρησκους, τους Εβραίους και με την πληθώρα των πρωτοχριστιανικών σεχτών. Παράλληλα με την διαμόρφωση του δόγματος, η Εκκλησία δημιούργησε ένα μηχανισμό για να αυτοσυντηρηθεί. Μόλις πρόσφατα ήρθαν στο φως στοιχεία για την ύπαρξη μιας τεράστιας ποικιλίας πρωτοχριστιανικών σεχτών. Η αιτία για την αργοπορημένη αυτή αποκάλυψη της ύπαρξής τους, είναι το γεγονός ότι ο κυρίαρχος εκκλησιαστικός μηχανισμός από τη στιγμή που καθιερώθηκε έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια να εξαλείψει αυτές τις «αιρέσεις» και κατά τη διάρκεια αυτής της προσπάθειας, αφαίρεσε τα περισσότερα από τα στοιχεία που αποδείκνυαν ότι υπήρχαν άλλες εκδοχές λατρείας του Ιησού.

Το κύριο ζήτημα είναι γιατί ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε τόσο πολύ κατά τους επόμενους δύο αιώνες. Δεν ήταν ένα κίνημα κατά της δουλείας, καθώς η δουλεία ήταν πανταχού παρούσα σε όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και οι Χριστιανοί κατείχαν σκλάβους όπως όλοι οι άλλοι. Υπάρχουν ενδείξεις ότι ακόμα και επίσκοποι είχαν σκλάβους, όπως οι πλούσιοι Ρωμαίοι αυτήν τη περίοδο.

Ο θεολογικός παράγοντας ήταν δευτερεύουσας σημασίας. Η άκαμπτη και αυτο-αναπαραγόμενη γραφειοκρατία που είχε αναπτυχθεί εντός της Εκκλησίας, αντανακλούσε τις ταξικές διακρίσεις στην κοινωνία και είχε γίνει ένα σημαντικό προπύργιο του ταξικού συστήματος.

«Με τον καιρό, οι λόγοι και τα κηρύγματα των χριστιανών ηγετών συμπεριέλαβαν, όχι μόνο την επίσημη πλευρά των αριστοκρατικών νόμων, αλλά και τις αξίες και την ιδεολογία της ύστερης Ρωμαϊκής ανώτερης τάξης» (Salzman : «Η Πραγμάτωση μιας Χριστιανικής Αριστοκρατίας»)

Προσηλυτισμός

Το απόσπασμα αυτό,  αναφέρεται στην περίοδο μετά από τον λεγόμενο προσηλυτισμό του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου στις αρχές του τετάρτου αιώνα, αν και πολύ καρό πριν από αυτόν, η Εκκλησία έπαιζε πολύ σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό ρόλο για λογαριασμό της άρχουσας τάξης. Πολλοί υπάλληλοι του κράτους ήταν Χριστιανοί επίσκοποι ή ηγέτες. Το σημαντικότερο είναι ότι διαδραμάτιζαν βασικό ρόλο σχετικά με τη διαχείριση και την οργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Στο μέτρο που αυτό σημαίνει κάτι σε μια Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία που βρισκόταν σε παρακμή, η Εκκλησία ήλεγχε την τοπική αυτοδιοίκηση. Επίσκοποι και εκκλησιαστικοί υπάλληλοι συνέλεγαν τους φόρους, διένειμαν ελεημοσύνη και οι νομικές διαφορές, όπως και οι διαμάχες για τα κτήματα, ήταν υπό την εποπτεία τους. Η Εκκλησία ήταν μια ανεπίσημη «δημόσια υπηρεσία» για λογαριασμό της ρωμαϊκής γραφειοκρατίας, πολύ πριν ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος της δώσει αυτοκρατορική επικύρωση. Η Εκκλησία εκπλήρωνε μια οικονομική και κοινωνική λειτουργία, μέσα από το χειρισμό των υποθέσεων ενός αυξανόμενου ποσοστού φτωχών και στερημένων και τη συγκράτηση της οργής τους. Γι' αυτό το λόγο η άρχουσα τάξη της επέτρεψε να αναπτυχθεί και όχι λόγω μιας τάχα πνευματικής «αφύπνισής» της.

Η Εκκλησία ήταν σε θέση να εκπληρώσει αυτό το ρόλο, διότι παρείχε μια «βαλβίδα ασφαλείας» σχετικά με τις ελπίδες και τις φιλοδοξίες των μαζών. Έδωσε στην αγροτιά την ευκαιρία να βρεθεί στο ίδιο κτίριο με τους γαιοκτήμονες και τους αριστοκράτες (αν όχι στα ίδια στασίδια). Αν και υπήρχαν περιορισμένες ελπίδες για μια καλύτερη ζωή σε αυτόν το κόσμο, η Εκκλησία τους προσέφερε την υπόσχεση ότι θα ήταν ίσοι με τους πλούσιους στον επόμενο. Τους προσέφερε ένα Μεσσία και μία μετά θάνατο ζωή, σε αντίθεση με τους υπερόπτες και αδιάφορους θεούς της Ελλάδας και της Ρώμης.

Η γραφειοκρατία της Εκκλησίας ανέπτυξε συνειδητά μια πολιτική (και θεολογία) που εξυπηρετούσε τα δικά της συμφέροντα, που όλο και περισσότερο ταυτίζονταν με τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Επίσης ως προς τη δομή και τις προοπτικές της, προσαρμόστηκε στην ανάπτυξη της φεουδαρχικής κοινωνίας καλύτερα από το σάπιο πια δουλοκτητικό κράτος. Η Εκκλησία δεν έκανε καμία εκστρατεία για τη χειραφέτηση των μαζών, αλλά προσέφερε μια νέα διευθέτηση για την εκμετάλλευσή τους.

Σε ότι αφορά στην αγροτιά και τους φτωχούς των πόλεων, όσο εκείνοι γνώριζαν και έκαναν αποδεκτή τη θέση τους στην άκαμπτη αυτή ταξική δομή, για τους φτωχότερους από αυτούς, η Εκκλησία προσέφερε ελεημοσύνη και υποστήριξη ως ανακούφιση για τις πιο πιεστικές ανάγκες και τους χειρότερους πόνους τους. Η Εκκλησία ήταν σχεδόν ο μοναδικός μηχανισμός πρόνοιας στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που μπορούσε επίσης να προσφέρει την αίσθηση της ένταξης σε μια εθνική, αλλά και διεθνή κοινότητα. Γι' αυτούς τους λόγους, είχε μεγάλη απήχηση στους φτωχούς και τους καταπιεσμένους. Την είχαν αποκαλέσει ειρωνικά ένα κίνημα «των σκλάβων και των γυναικών».

Διώξεις

Από τη στιγμή που υποστηρίχθηκε από την κρατική εξουσία η Εκκλησία, κατάφερε να καταστρέψει τους αντιπάλους της. Έχουν γραφτεί πολλές υπερβολές για τις Ρωμαϊκές διώξεις κατά της Εκκλησίας κατά τους τρεις πρώτους αιώνες μ.Χ, αλλά ακόμα και αυτές οι υπερβολές ωχριούν μπροστά στις τρομερές διώξεις της Εκκλησίας κατά διαφόρων θρησκευτικών σεχτών, από την εποχή που αυτή υποστηρίχθηκε από την αυτοκρατορική εξουσία. Βιβλία και αιρετικοί παραδόθηκαν στην πυρά. Η θεολογική ιστορία ξαναγράφτηκε. Μύθοι στοιβάχτηκαν πάνω σε μύθους όσο περνούσαν οι αιώνες. Ήταν τέτοιος ο βαθμός της πλαστογράφησης της Ιστορίας, που ακόμα και σήμερα, δήθεν ακαδημαϊκοί, αντιμετωπίζουν την Καινή Διαθήκη πιο πολύ σα μια πραγματική ιστορική αφήγηση, παρά σα μία φανταστική ιστορία που δεν είναι πιο έγκυρη από την Ιλιάδα.

Μέσα σε λίγες εκατοντάδες χρόνια, κάθε απόδειξη για την ύπαρξη άλλων Χριστιανικών αιρέσεων και σεχτών, συμπεριλαμβανομένης της «προϊστορίας» τους στην Παλαιστίνη, εξαφανίστηκε. Η Εκκλησία έγινε - και παραμένει ως σήμερα - μια πολιτική, οικονομική και διπλωματική (όντας κάποτε και στρατιωτική) υπερδύναμη.

Στην εισαγωγή του στην «Συμβολή στην Κριτική της Φιλοσοφίας του Δικαίου του Χέγκελ», ο Μαρξ αναφέρθηκε στη θρησκεία ως τον «αναστεναγμό των καταπιεσμένων». Εξήγησε ότι δεν είναι η πνευματικότητα ή η έλλειψή της, η οποία δημιουργεί υποστήριξη για την θρησκεία. Είναι η αποξένωση της μάζας του λαού από την ταξική κοινωνία στην οποία βρίσκεται.

Η κρίση του καπιταλισμού είναι η κρίση ενός σάπιου πολιτικού συστήματος, αλλά εκδηλώνεται επίσης και ως μια κρίση ιδεών. Οι ελπίδες και οι προσδοκίες εκατομμυρίων ανθρώπων περιορίζονται από τα στενά όρια του καπιταλιστικού κόσμου με αποτέλεσμα εκείνοι να τις εναποθέτουν στη μετά θάνατο ζωή. Έτσι όπως και στις αρχές της πρώτης χιλιετίας, νέα θρησκευτικά και μεσσιανικά κινήματα αντικατοπτρίζουν το πνευματικό και ηθικό αδιέξοδο μιας κοινωνίας που αποσυντίθεται.

Ο Μαρξ συνεχίζει: «Το να τους ζητήσει κανείς να παραιτηθούν από τις ψευδαισθήσεις σχετικά με την κατάστασή τους, είναι σα να τους ζητήσει να παραιτηθούν από μια κατάσταση που απαιτεί αυταπάτες. Η κριτική της θρησκείας είναι επομένως, η κριτική στην κοιλάδα των δακρύων, της οποίας η θρησκεία είναι το φωτοστέφανο». Έτσι έκανε σαφές ότι δεν τίθεται ζήτημα κατάργησης της θρησκείας. Αυτό θα ήταν παράλογο. Για να καταπολεμηθεί η δεισιδαιμονία και η άγνοια, πρέπει να διεξαχθεί αγώνας κατά των υλικών συνθηκών πάνω στις οποίες αυτές αναπτύσσονται - και αυτό σημαίνει, πάνω απ' όλα, αγώνας ενάντια στον καπιταλισμό.

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

Η ΠΗΓΑΔΑ ΤΟΥ ΜΕΛΙΓΑΛΑ

Η ΜΑΥΡΗ ΕΘΝΙΚΗ ΠΗΓΑΔΑ
δημοσιευμένο στον ιό της ελευθεροτυπίας το 2005

Εδώ που τα λέμε, έχουν και οι ανά την Ευρώπην νοσταλγοί του ναζισμού το δίκιο τους. Αν δεν τιμήσουν αυτοί τους ομοϊδεάτες τους, οι οποίοι κείτονται στην Πηγάδα του Μελιγαλά, ποιος θα τους τιμήσει;
 
Για δεκαετίες υπήρξε το σύμβολο του επίσημου αντικομμουνισμού και της διατεταγμένα επιλεκτικής μνήμης του «κράτους των εθνικοφρόνων». Τη δεκαετία του '80 λειτούργησε ως χώρος συσπείρωσης των νοσταλγών της παλιάς καλής εποχής. Ηρθαν κατόπιν οι καιροί της «εθνικής συμφιλίωσης», και η Πηγάδα του Μελιγαλά πέρασε στα αζήτητα.

Μόνο περιθωριακές ακροδεξιές γκρούπες ταξιδεύουν πια κάθε Σεπτέμβρη, για να δώσουν τον τόνο σε μια επιμνημόσυνη τελετή χωρίς πολιτικό αντίκρισμα για τους διεκδικητές του «μεσαίου χώρου».

Ωσπου, φέτος, ο ξεχασμένος Μελιγαλάς ξανάγινε είδηση χάρη στο πανευρωπαϊκό ναζιστικό φεστιβάλ «Κύμα Μίσους 2005». Μια συγκέντρωση εγχώριων χρυσαυγιτών, γερμανών νεοναζί, ιταλών φασιστών, ισπανών φαλαγγιτών κι άλλων ομοϊδεατών τους, που προβλέπεται να κορυφωθεί την ερχόμενη Κυριακή με τη δυναμική παρουσία των «κατασκηνωτών» στο ετήσιο μνημόσυνο της Πηγάδας.


*Οι επίσημες αντιδράσεις των εκπροσώπων της τοπικής κοινωνίας απέναντι σ' αυτά τα σχέδια είναι καθαρά εχθρικές. «Ως δήμος, θεωρούμε ότι δεν υπάρχει καμία ταύτιση, ούτε έμμεση ούτε άμεση του χώρου της Πηγάδας με φιλοναζιστικές και φιλοφασιστικές οργανώσεις» εξηγεί στον «Ιό» η δήμαρχος Μελιγαλά, Ελένη Αλειφέρη-Καραθανάση. «Στην Πηγάδα υπάρχουν τα θύματα του Εμφυλίου, πολλοί απ' αυτούς είχαν πολεμήσει το ναζισμό και το φασισμό. Γενικότερα, θεωρούμε απαράδεκτη την προσπάθεια εκμετάλλευσης των νεκρών της Πηγάδας για πολιτικές σκοπιμότητες».

Οσον αφορά τη συμμετοχή των ναζιστών στη φετινή τελετή, η δήμαρχος είναι σαφής: «Στην Πηγάδα υπάρχει ένα θρησκευτικό μνημόσυνο που γίνεται με επιμέλεια και φροντίδα του "Συλλόγου των Θυμάτων Πηγάδας". Εκεί, ο καθένας είναι ελεύθερος να παραστεί. Αρκεί βέβαια να σέβεται το χώρο και την τελετή. Δεν είναι χώρος ένα μνημόσυνο για συνθήματα πολιτικά, ακραία ή μη... Είναι, κατά τη γνώμη μου, ένας χώρος προσευχής και περισυλλογής και τίποτε άλλο...».

Η χρυσή αυγή παρευρίσκεται μόνιμα στα ετήσια μνημόσυνα

*Την ίδια στάση κρατάει και ο οργανωτής του μνημοσύνου, πρόεδρος του «Συλλόγου Θυμάτων Πηγάδας Μελιγαλά» και δημοτικός σύμβουλος Επαμεινώνδας Μανιάτης. «Είμαστε αντίθετοι, διότι αυτοί δεν έχουν καμία σχέση με το μνημόσυνο. Αν έρχονται σαν επισκέπτες, να δουν, είναι δεκτός ο καθένας. Εμείς στο χώρο της Πηγάδας δεχόμεθα όλους τους Ελληνες. Δεν θέλουμε όμως πολιτική εκμετάλλευση, απ' οπουδήποτε κι αν προέρχεται».

Παρατηρούμε ότι η «Χρυσή Αυγή» είναι τακτικός θαμώνας των εκδηλώσεων κάθε Σεπτέμβρη. Ο κ. Μανιάτης το επιβεβαιώνει: «Μία ομάδα έρχεται, και μάλιστα καταθέτουν και στεφάνι. Γιατί εκεί, όποιος μας ζητήσει, βεβαίως επιτρέπουμε να καταθέσει στεφάνι». Παραδέχεται, επίσης, ότι η πολιτικοποίηση ήταν ανέκαθεν συνυφασμένη με την τέλεση του μνημοσύνου:

«Ετσι ήτανε από παλιά: ότι εδώ έγινε μια σφαγή από τους αναρχοκομμουνιστές. Αυτή είναι άλλωστε η αλήθεια». Ο ίδιος έχει χάσει τον πατέρα του, εκτελεσμένο από τον ΕΛΑΣ. «Εχω μια πικρία... Σας πληροφορώ, όμως, ότι έχω κάνει παρέα με ανθρώπους αριστερούς, και μάλιστα με ανθρώπους που τους είχαν πάει και στη Μακρόνησο. Ενας κόσμος, απ' τους παλιούς, με είχαν δει και λέγανε "Τι κάνει αυτός;"».

Μακρονησιώτης πολιτικός κρατούμενος ίσον «σφαγέας». Παρά την προσπάθεια του συνομιλητή μας να φανεί μετριοπαθής, αυτή η εξίσωση αποκαλύπτει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα όρια της «εθνικής συμφιλίωσης» σε τούτο τον τόπο.

*Σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος κινείται ανακοίνωση των χρυσαυγιτών Μεσσηνίας στον τοπικό τύπο (17.8.05): «Εμείς», διακηρύσσουν οι οργανωτές του φεστιβάλ για το μνημόσυνο, «θα βρισκόμαστε πάντοτε εκεί για να τιμάμε με την παρουσία μας τους αγνούς έλληνες πατριώτες και τους ηρωικούς μαχητές των Ταγμάτων Ασφαλείας που έδωσαν τη ζωή τους για να μην υποδουλωθεί η πατρίδα μας στους εαμοβούλγαρους κομμουνιστοσυμμορίτες».

*Την εικόνα συμπληρώνουν οι δηλώσεις πολιτών στα τοπικά κανάλια: σ' ένα τυπικό ρεπορτάζ του είδους, σχεδόν όλοι οι ερωτηθέντες τάχθηκαν κατά της παρουσίας των νεοναζί στο μνημόσυνο, φροντίζοντας όμως ταυτόχρονα να ξεκαθαρίσουν ότι «ο χώρος της Πηγάδας είναι ιερός» (BEST 25.8.05).

Αυτό που απουσιάζει ολοκληρωτικά από την όλη συζήτηση, είναι η ουσιαστική αποτίμηση του ετήσιου «μνημοσύνου» αυτού καθ' εαυτού. Το διαπιστώνουμε, πάνω απ' όλα, ξεφυλλίζοντας τα σχετικά δημοσιεύματα του αθηναϊκού και διεθνούς τύπου. Τι ακριβώς αφορά η επίμαχη τελετή, που ο πανευρωπαϊκός νεοναζισμός φιλοδοξεί να «τιμήσει» (ή να «αμαυρώσει») με την παρουσία του;

-Σύμφωνα με τους «New York Times», το ζήτημα αφορά «μια από τις ζοφερότερες ελληνικές επετείους: τη σφαγή 1.400 γυναικών και παιδιών από κομμουνιστές αντάρτες το 1944 στο Μελιγαλά» («Ν.Υ. Times» 10.8.05). Πηγή του δημοσιεύματος, όπως άλλωστε και των περισσότερων σχετικών αναφορών στο Διαδίκτυο, αποτελεί η διαβόητη «Μαύρη Βίβλος του Κομμουνισμού» των Κουρτουά και Σία (βλ. «Ιός» 11.11.2001 & 2.3.2002) -με κάποιες προσαρμογές επί το αντικομμουνιστικότερον, αφού το πρωτότυπο κείμενο μιλάει για «1.400 άντρες, γυναίκες και παιδιά και περίπου 50 αξιωματικούς και υπαξιωματικούς των Ταγμάτων ασφαλείας» που «δολοφονήθηκαν» από τον ΕΛΑΣ (σ. 347).

-Κατά την αγγλόφωνη έκδοση της «Καθημερινής», πάλι, στο Μελιγαλά έγινε «σφαγή εθνικιστών αντιστασιακών αγωνιστών και πολιτών» (4.6.05).

-Την ίδια ακριβώς διατύπωση υιοθετεί κι η ισραηλινή «Jerusalem Post» (4.6.05), που κατά τα άλλα διαρρηγνύει τα ιμάτιά της για τη χιτλερική μάζωξη.

Το απωθημένο παρελθόν

Αυτό που κανείς -εκτός από τους ίδιους τους ναζί- δεν φαίνεται (ή δεν θέλει) να θυμάται, είναι ποιοι ακριβώς είναι θαμμένοι στην περίφημη Πηγάδα. Η επιλεκτική αυτή αμνησία δεν είναι καθόλου περίεργη.

Η διακριτική αποσιώπηση της ταυτότητας των νεκρών αποτελεί συστατικό στοιχείο των «μνημοσύνων» του Μελιγαλά ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και συνδέεται με τη γενικότερη στρατηγική βάσει της οποίας επιχειρήθηκε στη χώρα μας η «δικαίωση» του ένοπλου δωσιλογισμού.

Με δυο λόγια: αυτό που συνήθως αποκρύπτει η φιλολογία περί «αθώων θυμάτων» είναι (α) το ιστορικό γεγονός ότι ο Μελιγαλάς υπήρξε βάση και ορμητήριο των ένοπλων συνεργατών της Βέρμαχτ που το 1943-44 έπνιξαν στο αίμα τη Μεσσηνία και τους γύρω νομούς και (β) ότι το μακελειό του 1944 ήταν το αποτέλεσμα μιας από τις σκληρότερες μάχες που έδωσε ο ΕΛΑΣ, με εξουσιοδότηση του συμμαχικού στρατηγείου και της κυβέρνησης
εθνικής ενότητας. Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

*Κωμόπολη 2.482 κατοίκων το 1940, ο Μελιγαλάς χρησιμοποιήθηκε το 1941-43 ως βάση ιταλών καραμπινιέρων (1941-43) και μιας διλοχίας γερμανικού στρατού (1943-44).

*Οταν την άνοιξη του 1944 οι Γερμανοί συγκρότησαν τα Τάγματα Ασφαλείας, ένοπλους δωσιλογικούς σχηματισμούς με αποστολή την «αξιοποίηση της αντικομμουνιστικής μερίδας του ελληνικού λαού» για τη μετατροπή της αντιφασιστικής Αντίστασης σε εμφύλιο πόλεμο και την «εξοικονόμηση γερμανικού αίματος», εγκαταστάθηκε εκεί το 3ο Τάγμα Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά. Την υποστήριξή του ανέλαβε μια «πολιτική επιτροπή», με πρόεδρο τον πολιτευτή Περικλή Μπούτο και μέλη τον κοινοτάρχη, δυο δικηγόρους κι ένα γιατρό (Θεοδωρόπουλος 2001, σ. 133-4).

Ο τρόπος με τον οποίο «αξιοποιήθηκε» από τους ναζί αυτή η δωσίλογη «μερίδα του ελληνικού λαού» ήταν αναμενόμενος: Δεν πρόλαβε να εγκατασταθεί το Τάγμα στο Μελιγαλά, και τα γερμανικά αρχεία καταγράφουν τη συμμετοχή του σε «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» των κατοχικών στρατευμάτων. Στηριγμένοι στη Βέρμαχτ, οι ταγματασφαλίτες αναλαμβάνουν να κονιορτοποιήσουν τη μαζική βάση του ΕΑΜ με μαζικές συλλήψεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις και κάψιμο σπιτιών, εγκαινιάζοντας ένα φαύλο κύκλο βίας και αντεκδικήσεων, που θα οδηγήσει στις εκτελέσεις των ημερών της Απελευθέρωσης.

Η μάχη και η σφαγή

Η συμβολή τους στην πολεμική προσπάθεια του Αξονα υπήρξε ουσιαστική. Δεν είναι μόνο ο προϊστάμενός τους, αντιστράτηγος των SS Βάλτερ Σιμάνα που, στην τελική έκθεσή του προς τον Χίμλερ (2.11.44), διαπιστώνει ότι τα Τάγματα Ασφαλείας «ήταν πολύτιμες βοηθητικές μονάδες στην ενεργό καταπολέμηση των συμμοριών». Βρετανική έκθεση του 1944 τονίζει πως «η τοπική γνώση των προσώπων και του χώρου από τα Τάγματα Ασφαλείας, τους προσδίδει μοναδική αξία για τους Γερμανούς, που μπορούν έτσι να κρατήσουν την Ελλάδα με έναν ελάχιστο αριθμό δυνάμεων», (ΔΙΣ 1998, σ. 43). Αποκαλυπτική είναι τέλος η πρακτική της Βέρμαχτ να περιλαμβάνει τους νεκρούς, τραυματίες ή αγνοούμενους ταγματασφαλίτες στους πίνακες των δικών της απωλειών.

*Για τη στάση του πληθυσμού, αρκετά εύγλωττες είναι οι μεταπολεμικές αναμνήσεις του υποδιοικητή του Τάγματος Μελιγαλά, ταγματάρχη Καζάκου, για τις εκκαθαριστικές του καλοκαιριού του 1944 στον Ταΰγετο: «Η επιχείρησις αύτη απέβη άκαρπος», σημειώνει, «καθ' όσον ο ΕΛΑΣ είχεν οργανώσει σχεδόν ολόκληρον την ύπαιθρον (Μεσσηνίας και Λακωνίας) από του εργάτου μέχρι του ανωτάτου τιτλούχου, ώστε επληροφορήθη εγκαίρως φαίνεται την όλην προπαρασκευήν» των Γερμανών και των συνεργατών τους.

Αντισυνταγματάρχης πλέον του ελληνικού στρατού, ο συντάκτης των παραπάνω γραμμών φροντίζει πάντως να διευκρινίσει, εν έτει 1955, ότι «η στάσις των Αρχών κατοχής υπήρξε ειλικρινής και φιλική» απέναντι στη μονάδα του (ΔΙΣ 1998, σ. 193). Αναφερόμενος πάλι στην αποχώρηση της Βέρμαχτ, δεν διστάζει να καταγγείλει τους Γερμανούς για «προδοτικήν στάσιν» (σ. 197).

*Οι Γερμανοί εγκατέλειψαν το Μελιγαλά στις 4.9.1944 και την Καλαμάτα την επομένη. Ο ΕΛΑΣ μπήκε στην μεσσηνιακή πρωτεύουσα στις 9 Σεπτεμβρίου, μετά ολοήμερη μάχη με τον εκεί «λόχο ασφαλείας» και τη χωροφυλακή. Στις 13 Σεπτεμβρίου ήρθε η σειρά του Μελιγαλά, όπου είχαν οχυρωθεί οι εναπομείναντες ταγματασφαλίτες. Οταν η ηγεσία τους απέρριψε το κάλεσμα του ΕΑΜ να καταθέσουν τα όπλα και να τεθούν στη διάθεση της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, το λόγο είχαν τα όπλα. Οι αντίπαλες δυνάμεις ήταν ισοδύναμες αριθμητικά (1.000-1.200 ένοπλοι εκατέρωθεν), ενώ οι αντάρτες διέθεταν την υποστήριξη χιλιάδων χωρικών του εφεδρικού ΕΛΑΣ, που συνέρρεαν από τα πέριξ με αυτοσχέδιο οπλισμό.

Η μάχη κράτησε τρεις ολόκληρες μέρες (13-15.9.44). Το τελικό ανακοινωθέν του ΕΛΑΣ αναφέρει ότι σκοτώθηκαν 60 αντάρτες και 800 «ράλληδες». Ο δεύτερος αριθμός περιλαμβάνει προφανώς χοντρικά και τους εκτελεσμένους των επόμενων ημερών.

*Παρά τις αντιφάσεις, τις υπερβολές και τις αποσιωπήσεις τους, οι διαθέσιμες αφηγήσεις δίνουν μια γενική ιδέα όσων συνέβησαν μετά τη μάχη: Αρχικά σημειώθηκαν σποραδικοί φόνοι και καταστροφές περιουσιών. Ακολούθησε το ξεκαθάρισμα των συλληφθέντων με συνοπτικές διαδικασίες, από μια επιτροπή με επικεφαλής τους δικηγόρους Βασίλη Μπράβο και Γιάννη Καραμούζη. Από σημειώματα που δημοσιεύθηκαν αργότερα στον τοπικό εθνικόφρονα τύπο προκύπτει ότι αποφασιστικό ρόλο σ' αυτή τη διαδικασία έπαιξαν οι τοπικές οργανώσεις της Εθνικής Πολιτοφυλακής, στις οποίες είχε ανατεθεί η συγκέντρωση στοιχείων για την προηγούμενη δράση κάθε αιχμαλώτου. Οσοι καταδικάζονταν οδηγούνταν σε ένα εγκαταλειμμένο ξεροπήγαδο έξω απ' την κωμόπολη (την «Πηγάδα») κι εκτελούνταν.

*Πόσοι ήταν; Το 1945, το ιατροδικαστικό συνεργείο του Καψάσκη ανακοίνωσε ότι ξέθαψε 708 πτώματα. Στο μνημείο είναι γραμμένα 787 ονόματα από 61 πόλεις και χωριά. Η εθνικόφρων φιλολογία προβάλλει φυσικά πολύ μεγαλύτερα νούμερα: «περί τους 1.500 εις την Πηγάδα» μετρά ο Κώστας Καραλής (1958), «περί τα 1.800 άτομα πάσης ηλικίας και φύλου» βρίσκουν το Αρχηγείο Χωροφυλακής (1962) και ο καθηγητής Απόστολος Δασκαλάκης (1973), 1.900 τους θέλει ο Κων/νος Αντωνίου (1965), «άνω των 3.500 κατά τους μετριωτάτους υπολογισμούς» τους προτιμά η χουντική ιστορία του ΓΕΣ (1973). Ο Κοσμάς Αντωνόπουλος, πάλι, αναφέρει 2.100 «δολοφονηθέντες», παραθέτει όμως τα στοιχεία μόλις 699. Το βιβλίο που διανέμει ο «Σύλλογος Θυμάτων» περιέχει 1.144 ονόματα, ο συγγραφέας του όμως δείχνει μάλλον αναποφάσιστος: αλλού μιλάει για 1.500 νεκρούς (σ. 118), αλλού για «1.500 και πλέον» (σ. 115), αλλού για πάνω από 2.000 (σ. 26 & 166) κι αλλού για «5.000 εκατέρωθεν» (σ. 23). Σε κάθε περίπτωση, οι αριθμοί περιλαμβάνουν όχι μόνο τους «σφαγιασθέντες» αλλά και τους νεκρούς της τριήμερης μάχης.

*Την αντίθετη τάση επιδεικνύουν οι συγγραφείς της εαμικής πλευράς. Η αναλυτικότερη σχετική πηγή υπολογίζει 120 σκοτωμένους στη μάχη και 280-350 εκτελεσμένους στην Πηγάδα (Ξιάρχος 1982, σ. 38), ενώ δεν λείπουν αναφορές μέχρι και σε 1.200 νεκρούς.

*Πιο ενδιαφέρουσα απ' αυτή την... κολοκυθιά αποδεικνύεται η εξέταση του καταλόγου της έκδοσης του «Συλλόγου Θυμάτων». Σε σύνολο 1.144 ονομάτων (οι 108 κάτοικοι Μελιγαλά) υπάρχουν μόνο 18 γυναίκες, 18 ηλικιωμένοι, ένας έφηβος και κανένα παιδί. Ολοι οι υπόλοιποι, το 96,8% του συνόλου, είναι άντρες λίγο πολύ μάχιμης ηλικίας. Κάθε άλλο παρά σφαγή «γυναικόπαιδων», δηλαδή...

Μνημόσυνο ακατονόμαστων

Ευθύς εξαρχής, οι εκδηλώσεις στη μνήμη των «σφαγιασθέντων» πήραν ρεβανσιστικό χαρακτήρα.

*Το πρώτο μνημόσυνο (24.6.45) καταλήγει σε απόπειρα λιντσαρίσματος των αντιστασιακών που κρατούνταν στη φυλακή της κωμόπολης (Β. Κλεφτόγιαννης, «Οπως τα 'ζησα», σ. 143-4).

*Από το Σεπτέμβριο του 1945 η τελετή τυποποιείται, με φαινομενικό οργανωτή την κοινότητα και ουσιαστικό τη νομαρχία. Συμμετέχουν οι πολιτικές, εκκλησιαστικές, αστυνομικές και στρατιωτικές αρχές, τοπικοί πολιτικοί, τα σχολεία. Επί χούντας θα καθιερωθεί και αθλητικό τουρνουά ποδοσφαίρου και ανώμαλου δρόμου, με κύπελλα που αθλοθέτησαν τοπικοί παράγοντες και οι κυλινδρόμυλοι «Ευαγγελίστρια» («Θάρρος» 17.9.67).

*Παράλληλα, «διευθετείται» ο χώρος των εκδηλώσεων. Βασιλικό διάταγμα του 1953 συστήνει ερανική επιτροπή με πρόεδρο το μητροπολίτη και μέλη το νομάρχη, το διοικητή Χωροφυλακής κ.ά. Από τον δημοσιευμένο απολογισμό του εράνου, πληροφορούμαστε ότι τη μερίδα του λέοντος «συνεισέφεραν» τα σχολεία και οι φαντάροι: 244.413 και 65.529 δρχ. αντίστοιχα, σε σύνολο 332.614 («Σημαία» 19.9.54). Μ' αυτά τα λεφτά χτίζεται παρεκκλήσι, «καλλωπίζεται» η Πηγάδα και υψώνεται ένας τεράστιος σταυρός.

Η τελική διαμόρφωση (μάντρες, πάρκινγκ κ.λπ.) θα γίνει επί χούντας, με πιστώσεις και επίβλεψη Ασλανίδη.

*Η χουντική επταετία γνωρίζει άλλωστε το απόγειο του ιδιότυπου αυτού γιορτασμού. Το 1967 το μνημόσυνο τιμά με την παρουσία του ο Παττακός, εξηγώντας ότι «η 21η Απριλίου απέτρεψε νέον Μελιγαλάν» και ανακοινώνοντας την αναβάθμιση της κοινότητας των 1.800 κατοίκων σε «ιστορικό» δήμο («Εθνος» 18.9.67).

*Το 1968 παρευρίσκεται πρώτη φορά ο «ανώτατος άρχων» της χώρας, στο πρόσωπο του αντιβασιλιά Ζωιτάκη («Θάρρος» 24.9.68). Το 1969, η επιμνημόσυνη λειτουργία μεταφέρεται από την κεντρική εκκλησία της κωμόπολης στο χώρο της Πηγάδας και η τροχαία εκδίδει προληπτικές οδηγίες για την κυκλοφορία («Θάρρος» 21.9.69).

*Το 1973, ενόψει φιλελευθεροποίησης, οι αρχές δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους για το μνημόσυνο. Ειδικά δρομολόγια λεωφορείων και τρένων μεταφέρουν «προσκυνητάς» απ' τους γύρω νομούς («Θάρρος» 14-16.9.73).

Αποκαλυπτικότερη είναι η «φρονηματιστική» λειτουργία της Πηγάδας τον υπόλοιπο χρόνο. Από τις τακτικές καταχωρίσεις του δελτίου πληροφοριών της νομαρχίας, πληροφορούμαστε ότι μεταφέρονται ομαδικά εκεί για «προσκύνημα» φαντάροι, ευέλπιδες, σπουδαστές επαγγελματικών σχολών, «κλιμάκια φοιτητών», δημόσιοι υπάλληλοι, φιλοξενούμενοι της «Εθνικής Εστίας», ταξιδιώτες των προγραμμάτων του «Εθνικού ιδρύματος» και -φυσικά- ολόκληρα σχολεία.

*Μετά τη Μεταπολίτευση ο επίσημος γιορτασμός συνεχίζεται, χωρίς ιδιαίτερους ενθουσιασμούς. Τον τόνο δίνουν τώρα οι δυναμικές εμφανίσεις της ακροδεξιάς: βασιλόφρονες που διαβεβαιώνουν ότι «σύντομα θα επιστρέψει ο Κωνσταντίνος», χουντικοί που προπηλακίζουν τον κοινοτάρχη «διότι ανεφέρθη στην αποκατάσταση του κοινοβουλευτισμού» (1976) και γιουχάρουν το νομάρχη (1977), χιτλερικοί που ψαρεύουν στα θολά νερά μιας εθνικοφροσύνης σοκαρισμένης απ' την περιθωριοποίησή της... Ο τοπικός τύπος καταγράφει τα συνθήματα: «Τη λύση θα δώσει ο στρατός», «Ο Φλωράκης στο Γουδί», «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

*Ο κύκλος κλείνει το 1982, όταν το υπ. Εσωτερικών γνωστοποιεί στο δήμο τον τερματισμό της συμμετοχής των επίσημων κρατικών αρχών, «επειδή οι εκδηλώσεις αυτές αποτελούσαν κηρύγματα μισαλλοδοξίας και τροφοδοτούσαν επί 40 χρόνια το διχασμό». Τη σκυτάλη στην οργάνωση του μνημοσύνου παίρνει πια ο «Σύλλογος Θυμάτων Πηγάδας», που ιδρύθηκε το 1980.

*Από κοντά και η Ν.Δ., που βλέπει το μνημόσυνο του 1982 ως τη δέουσα απάντηση στην επίσημη αναγνώριση της εαμικής Αντίστασης. Ο νεαρός βουλευτής Αντώνης Σαμαράς ανακοινώνει π.χ. με ειδικό δελτίο τύπου την έλευσή του «για να παραστεί στο Μνημόσυνο των σφαγιασθέντων από τους εαμοκομμουνιστές» («Ελευθερία» 18.9.82). Σταδιακά, ωστόσο, η λογική του «μεσαίου χώρου» επικρατεί και τα φερέλπιδα στελέχη αποφεύγουν πια να δίνουν το παρών.

Η σταδιακή αυτή περιθωριοποίηση έχει, ωστόσο, ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα: πρώτη φορά τα πράγματα λέγονται με το όνομά τους και οι πεσόντες ταγματασφαλίτες «τιμώνται» ως τέτοιοι. Ενα χαρακτηριστικό των επίσημων γιορτασμών ήταν η διακριτική αποφυγή κάθε αναφοράς στα δωσίλογα Τάγματα Ασφαλείας, με την προσφυγή σε εξωραϊστικά σχήματα λόγου: «αγρίως σφαγιασθέντες υπό αναρχικών στοιχείων», «μαρτυρικώς σφαγιασθέντες εθνικόφρονες πατριώτες», «θυσιασθέντες διά το μεγαλείον και την ελευθερίαν της Πατρίδος», «Ηρωες και Μάρτυρες οίτινες προσεφέρθησαν ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της υπερτάτης θυσίας», ακόμη και «αδίκως σφαγιασθέντες διά την ελευθερίαν και τα ανθρώπινα δικαιώματα»!

*Μετά το 1982, αντίθετα, οι ομιλητές του «απολίτικου», «οικογενειακού» μνημοσύνου δεν αισθάνονται τέτοιου είδους αναστολές: «Το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και το ΕΛΑΣ υπήρξε χειρότερος κατακτητής από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς» διαβάζουμε π.χ. στον πανηγυρικό που εκφώνησε το 1999 η Ειρήνη Δορκοφίκη, διαβεβαιώνοντας τους συγκεντρωμένους ότι ο χαρακτηρισμός των ταγματασφαλιτών ως «προδοτών» και «συνεργατών των κατακτητών» δεν είναι παρά «αισχρή συκοφαντία» των κομμουνιστών και λοιπών «ευρωλιγούρηδων».

Στην ομιλία πάλι του 1997, ο δικηγόρος Βασίλειος Δημαρέσης ξεκαθαρίζει: «Οι ηρωικοί νεκροί μας δεν πολέμησαν με Ελληνες, διότι οι Κομμουνιστές έπαυσαν να είναι Ελληνες, τα εγκλήματά τους είναι εγκλήματα ξένων, εγκλήματα γενοκτονίας»!

Αραγε, τι απ' όλα αυτά θα μπορούσαν να «αμαυρώσουν» οι επίσημοι νοσταλγοί του Χίτλερ;



Τα ξεχασμένα θύματα

Μια ελάχιστα γνωστή πτυχή της τραγωδίας του Μελιγαλά αφορά τα θύματα των «αγρίως σφαγιασθέντων» ταγματασφαλιτών της Πηγάδας. Εδρα ιταλών καραμπινιέρων, γερμανικής διλοχίας και του Τάγματος Ασφαλείας, η κωμόπολη χρησιμοποιήθηκε σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής ως στρατόπεδο συγκέντρωσης, χώρος βασανιστηρίων και τόπος εκτελέσεων αντιστασιακών και ομήρων. Η απουσία μιας ολοκληρωμένης καταγραφής όσων σκοτώθηκαν απ' τους ταγματασφαλίτες είναι αποκαλυπτική για το κλίμα που επικράτησε στην περιοχή, τόσο κατά τα μετεμφυλιακά χρόνια όσο και αργότερα. Καταφανώς ελλιπή, τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ωστόσο διαφωτιστικά.

Ο απολογητής των ταγματασφαλιτών Κοσμάς Αντωνόπουλος παραθέτει τα ονόματα 27 ατόμων που εκτελέστηκαν στο Μελιγαλά από τις κατοχικές δυνάμεις. Οι 6 είναι κάτοικοι της κωμόπολης. Από τον πίνακα απουσιάζουν ωστόσο τα περισσότερα ονόματα που γνωρίζουμε από άλλες πηγές («Η Ελληνική Αντίστασις 1941-1945», Αθήναι 1964).

Στο «Μεσσηνιακό βιογραφικό λεξικό» του Νίκου Καράμπελα (1962) αναφέρονται τα ονόματα 16 εκτελεσμένων στο Μελιγαλά το 1943-44. Στο δικό του βιβλίο ο Σπύρος Ξιάρχος καταγράφει τρεις ομαδικές εκτελέσεις 22 ατόμων κι άλλους 23 μεμονωμένους φόνους («Η αλήθεια για το Μελιγαλά», Καλαμάτα 1982, σ. 46-47). Απροσδιόριστο παραμένει, τέλος, πόσοι απ' τους 924 εκτελεσμένους Μεσσήνιους που μνημονεύονται σε πρόσφατη έκδοση, θανατώθηκαν στην έδρα του Τάγματος (Τάσος Αποστολόπουλος, «Μεσσηνιακή εκατόμβη 1940-1944», Καλαμάτα 2000).

Αποκαλυπτικότερες είναι κάποιες επιμέρους λεπτομέρειες: Στις 27.4.44 ο ΕΛΑΣ Λακωνίας σκότωσε σε ενέδρα τον γερμανό στρατηγό Κρεντς και 3 συνοδούς του. Ο «Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος» διέταξε σε αντίποινα τον τουφεκισμό 200 «κομμουνιστών» στο σκοπευτήριο της Καισαριανής κι όσων χωρικών θα συναντούσαν τα στρατεύματά του στην ύπαιθρο μεταξύ Μολάων και Σπάρτης. Οπως διαβάζουμε στη σχετική ανακοίνωση, οι ταγματασφαλίτες του Παπαδόγκωνα έσπευσαν να τιμήσουν με τον τρόπο τους τη μνήμη του γερμανού στρατηγού: «Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Ελληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς» («Καθημερινή» 30.4.44). Σαράντα απ' αυτές τις «αυτόβουλες» εκτελέσεις έγιναν από το Τάγμα Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά την Πρωτομαγιά του 1944 - τριάντα στην Καλαμάτα και δέκα στο νεκροταφείο του Μελιγαλά. Μεταξύ των τελευταίων ήταν και μια 18χρονη επονίτισσα, η Ασπασία Ξιάρχου, από τη γειτονική Ανθούσα. Είχε πιαστεί (και βασανιστεί) από τους ταγματασφαλίτες ενώ επέστρεφε από την Καλαμάτα για το μνημόσυνο της μάνας της. Ενας κρατούμενος διέφυγε και, την επομένη, εκτελέστηκαν στη θέση του άλλοι δύο (Γιάννης Σχινάς, «Η εθνική Αντίσταση στη Μεσσηνία», Αθήνα 1984, σ. 98-99).

Ακολούθησε στις 15.6.44 ο τουφεκισμός 10 κρατουμένων στο Μελιγαλά (ανάμεσά τους 2 γυναίκες κι ένας ηλικιωμένος ανάπηρος) -σε αντίποινα, προφανώς, για το θανάσιμο τραυματισμό του ταγματασφαλίτη ταγματάρχη Γεωργανά στην Καλαμάτα. Την επομένη, 27 κρατούμενοι, 22 άντρες και 5 γυναίκες, τουφεκίστηκαν από το λόχο Καλαμάτας στις όχθες του Νέδοντα.

Δυόμισι δεκαετίες μετά την επίσημη αναγνώριση της ΕΑΜικής Αντίστασης, μάταια θ' αναζητήσει κανείς στο Μελιγαλά ή τα περίχωρά του κάποιο μνημείο γι' αυτούς τους πεσόντες. «Δεν έχω ακούσει ποτέ κάτι τέτοιο», ήταν η απάντηση του προέδρου του «Συλλόγου Θυμάτων Πηγάδας» κ. Μανιάτη, όταν τον ρωτήσαμε για τους εκτελεσμένους από το Τάγμα Ασφαλείας. Στην Καλαμάτα, μια λιτή στήλη (χωρίς ονόματα ή αριθμούς) στήθηκε από το Δήμο στο χώρο των εκτελέσεων, μακριά από τα μάτια του κοινού, μόλις το 2002. Η επιγραφή κάνει λόγο για «εκτελεσθέντες πατριώτες από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους», αποφεύγει όμως να αναφέρει την ακριβή ταυτότητα των εκτελεστών.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, σταματήσαμε στο επιβλητικό μνημείο για τους 204 εκτελεσμένους της Παλιόχουνης, λίγο πριν από τη Μεγαλόπολη. Απ' αυτούς, οι 154 είχαν συλληφθεί από ταγματασφαλίτες στην Καλαμάτα και τουφεκίστηκαν απ' τη Βέρμαχτ σε αντίποινα για την καταστροφή γερμανικής φάλαγγας απ' τον ΕΛΑΣ. Το τμήμα της επιγραφής που πληροφορεί ότι σκοτώθηκαν «από τους Γερμανούς» έχει σβηστεί με φαιοπράσινη μπογιά.




Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ?



Μήπως είναι η αγάπη κάποιου για το μέρος που γεννήθηκε, το μέρος των παιδικών αναμνήσεων και ελπίδων, των ονείρων και των φιλοδοξιών; Είναι το μέρος όπου -μέσα στην αθωότητα των παιδικών μας χρόνων- θα βλέπαμε τα σύννεφα να περνούν απορώντας γιατί δεν μπορούμε και εμείς να επιπλέουμε τόσο γοργά στον ουρανό; Το μέρος που μετρούσαμε τα εκατομμύρια λαμπρά αστέρια στον ουρανό, έντρομοι που το καθένα ήταν ένα μάτι που τρυπούσε τις μικρές ψυχές μας ;
“Ο πατριωτισμός κύριε είναι το τελευταίο καταφύγιο των απατεώνων” είπε ο δρ. Σάμουελ Τζάκσον. Ο Λέον Τολστόι, ο μεγαλύτερος αντιπατριώτης των καιρών μας, ορίζει των πατριωτισμό ως την αρχή με την οποία δικαιολογούμε την εκπαίδευση αδίστακτων δολοφόνων. Ένα εμπόριο που απαιτεί καλύτερα εργαλεία για την διεξαγωγή δολοφονιών από ότι η δημιουργία τέτοιων απαραίτητων αγαθών όπως τα παπούτσια, ο ρουχισμός και τα σπίτια. Ένα εμπόριο που εγγυάται καλύτερες αποδοχές και μεγαλύτερη δόξα από το αν είσαι έντιμος εργαζόμενος. ….


Έπαρση, άγνοια και εγωτισμός είναι τα απαραίτητα συστατικά του πατριωτισμού. Επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω. Ο πατριωτισμός υποθέτει ότι η σφαίρα μας είναι χωρισμένη σε μικρά σημεία που το κάθε ένα από αυτά περικλείεται από ένα σιδηρούν παραπέτασμα. Αυτοί που είχαν την τύχη να έχουν γεννηθεί σε ένα συγκεκριμένο σημείο θεωρούν τους εαυτούς τους ευγενέστερους, καλύτερους, μεγαλύτερους και πιο έξυπνους από εκείνους που κατοικούν σε οποιοδήποτε άλλο σημείο. Είναι, ως εκ τούτου, καθήκον οπουδήποτε ζει σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο να πολεμά, να σκοτώνει και να πεθαίνει προσπαθώντας να επιβάλει την υπεροχή του πάνω σε όλους τους άλλους.
Το ίδιο και με παρόμοιο τρόπο και οι κάτοικοι των υπόλοιπων σημείων -φυσικά. Με αποτέλεσμα από την πρώιμη παιδική ηλικία το μυαλό του παιδιού να είναι εφοδιασμένο με ιστορίες που παγώνουν το αίμα για τους Γερμανούς, τους Γάλλους, τους Ιταλούς, τους Ρώσους κλπ.
Όταν το παιδί έχει ενηλικιωθεί είναι καλά κορεσμένο με την πεποίθηση ότι είναι ο εκλεκτός του Θεού για την υπεράσπιση της χώρας του ενάντια στις επιθέσεις ή την εισβολή οπουδήποτε ξένου. Για αυτό το λόγο απαιτούμε μεγαλύτερο στρατό και ναυτικό, περισσότερα θωρηκτά και πυρομαχικά. Ο στρατός και το ναυτικό αντιπροσωπεύουν τα παιχνίδια του λαού.
Εμείς οι Αμερικάνοι ισχυριζόμαστε ότι είμαστε ειρηνόφιλος λαός. Μισούμε την αιματοχυσία, η βία μας βρίσκει αντίθετους. Παρόλα αυτά μας προκαλεί σπασμούς χαράς η πιθανότητα να ρίξουμε βόμβες δυναμίτη πάνω σε αβοήθητους πολίτες. Είμαστε έτοιμοι να κρεμάσουμε να προκαλέσουμε ηλεκτροπληξία, ή να λιντσάρουμε το καθένα, ο οποίος, από οικονομική αναγκαιότητα, θα ρισκάρει την ίδια του τη ζωή για τους σκοπούς κάποιου βιομηχανικού μεγιστάνα. Ακόμα, οι καρδιές μας φουσκώνουν από υπερηφάνεια στη σκέψη ότι η Αμερική μετατρέπεται στο ποιο δυνατό έθνος του πλανήτη και σύντομα θα πατήσει το σιδερένιο πόδι της στο λαιμό άλλων εθνών.
Αυτή είναι η λογική του πατριωτισμού.
Σκεπτόμενοι άνδρες και γυναίκες σε όλο τον κόσμο αρχίζουν και συνειδητοποιούν ότι ο πατριωτισμός είναι πολύ στενός και περιορισμένος ώστε να συναντήσει τις αναγκαιότητες των καιρών μας.
Το πνεύμα του μιλιταρισμού έχει εμποτίσει όλες τις πλευρές της ζωής. Είμαι πεπεισμένη ότι ο μιλιταρισμός είναι μεγαλύτερος κίνδυνος εδώ από οπουδήποτε αλλού, εξαιτίας όλων των δωροδοκιών που ο καπιταλισμός διαθέτει για εκείνους που επιθυμεί να καταστρέψει.
Όταν θα έχουμε υπονομεύσει το πατριωτικό ψέμα, θα πρέπει να ανοίξει το δρόμο για την μεγαλύτερη δομή όπου όλοι θα είμαστε ενωμένοι σε μια παγκόσμια κοινότητα – μια πραγματικά ελεύθερη κοινωνία.



    Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

    ΤΟ 2011 ΚΑΙ Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ 2008


    ''Από την Αραβική άνοιξη μέχρι την Αθήνα, από το occupy wall street μέχρι την Μόσχα πρόσωπο της χρονίας ο διαδηλωτής''


    ανθρωποειδή λιτζάρουν μετανάστη

    Τα ΚΝΑΤ εφορμούν..
    Το 2011 φεύγει αφήνοντας μας πίσω τις παρακαταθήκες μεγάλων μαχών. Μια χρονία με δυο 48ωρες γενικές απεργίες και τρεις 24ωρες, μια χρονία οπου ξεπήδησαν σε κάθε γειτονία συνελεύσεις κατοίκων,αυτοδιαχειριζόμενοι κοινωνικοί χώροι , καταλήψεις πανεπιστημιών σχολείων και δημοσίων κτηρίων, ο λαικός ξεσηκωμός την 28η οκτωμβρίου και κλείνει με τον ηρωικό αγώνα των εργαζομένων στην χαλυβουργία. Παρόλα αυτά πρέπει να  μας προβληματίσουν και τα γεγονότα που συναίβησαν στην περιοχή πέριξ του αγιου παντελεήμονα μετα την δολοφονία του μανώλη καντάρη και των πογκρόμ νεοφασιστικών ομάδων ενάντια σε μετανάστες, η διαφαινόμενη άνοδος της ακρας δεξιάς, η εντατικοποίηση της κρατικής καταστολής καθως και τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 20 οκτώμβρη με την σύγκρουση των ομάδων περιφρούρησης του ΚΚΕ με διαδηλωτές και ο νεκρός διαδηλωτής μέλος του ΠΑ.Μ.Ε. .Ο φετινός κοινωνικός αναβρασμός  παρόλα ταύτα δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα.Αναμφισβήτητα η χρονιά που τώρα συμπληρώνεται, συνοδευόμενη από ευχές να «φύγει και να μην ξανάρθει» είναι η πιο συνταρακτική και έντονη μετά από δεκαετίες. Οι περισσότεροι δεν μπορούν να αποφύγουν τις τολμηρές αναλογίες. Με το 1789, το 1848, το 1871, το 1905, το 1968. Όπως έγραψε στο εκπληκτικό του κείμενο με τίτλο «Η άνοιξη αντιμετωπίζει το χειμώνα» ο Μάικ Ντέιβις «σίγουρα μερικά θεμελιώδη πράγματα εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά και κλασικά μοτίβα επαναλαμβάνονται. Τύραννοι τρέμουν, αλυσίδες σπάνε και τα παλάτια δέχονται έφοδο. Οι δρόμοι μετατρέπονται σε μαγικά εργαστήρια όπου δημιουργούνται πολίτες και σύντροφοι, και οι ριζοσπαστικές ιδέες μπορούν και αποκτούν ξαφνικά τελλουρική δύναμη… Αλλά θα μπορέσει αυτός ο νέος κομήτης διαμαρτυρίας να δείξει αντοχή στο χειμωνιάτικο ουρανό ή πρόκειται για μία εξαιρετικά σύντομη και εκθαμβωτική βροχή μετεωριτών; Δεδομένου ότι η μοίρα των προηγούμενων αναβληθεισών επαναστατικών ημερών μας έχει προειδοποιήσει πως η άνοιξη είναι η μικρότερη των εποχών, ειδικά όταν οι Κομμουνάροι αγωνίζονται στο όνομα ενός ‘’διαφορετικού κόσμου’’, για τον οποίο δεν έχουν ακόμη κανένα πραγματικό σχέδιο ή έστω μία εξιδανικευμένη εικόνα.»Η χρονιά που πέρασε έφερε τα περισσότερα δάκρυα και τα περισσότερα χαμόγελα για τις γενιές που δεν έζησαν τον πόλεμο. Σπανίζουν σε όλο τον πλανήτη τα μέρη που μια οικογένεια να μη λύγισε μπροστά στην οικονομική καταστροφή και να μην κοίταξε με απόγνωση το μέλλον. Αλλά και δεν βρίσκεται μάλλον ούτε ένα μικρό χωριό που μια νέα κοπέλα να μην έφτιαξε ένα αυτοσχέδιο πλακάτ και να κατέβηκε στο δρόμο ζητώντας ελευθερία, δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Σε μια τέτοια περίοδο λοιπόν όπου η λιτοτήτα θα ωθεί όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθύσμου στην απολύτη εξαθλίωση, η μελέτη και η προσπάθεια ερμηνείας προηγούμενων μαχών είναι απαραίτητη. Και ο Δεκέμβρης του 2008 σίγουρα αποτελεί ένα τέτοιο σημείο αναφοράς.

    Για τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008 έχουν γραφτεί χιλιάδες γραμμές, εκατοντάδες απόψεις περί απόψεων. Η εν ψυχρώ δολοφονία του Αλέξη, η αστυνομική βία, η οργή της νεολαίας, το σοκ, η κοινωνική αγανάκτηση, η πολιτική υποκρισία. Τρία χρόνια μετά, με την κρίση να βαθαίνει ολοένα και περισσότερο το κοινωνικό ρήγμα στη χώρα, έρχεται στο νου μου ένα σύνθημα της περιόδου εκείνης: «Ο Δεκέμβρης δεν ήταν απάντηση, ήταν ερώτηση».

    Η πλειοψηφία των ερμηνειών που έχουν δωθεί γιά τα Δεκεμβριανά έχει μονοδιάστατη οπτική. Η μαζική εξέγερση της νεολαίας θεωρήθηκε απλά ως η αντίδραση σε ένα τραγικό γεγονός κρατικής βίας και, σε άλλες περιπτώσεις, ως η εκτόνωση των νέων απέναντι στο καταπιεστικό κοινωνικό σύστημα. Ο Δεκέμβρης του '08, όμως, δεν ήταν ένα σύνολο βίαιων αντιδράσεων ενάντια στην κρατική βία, όπως παρουσιάζεται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ. Ήταν μια ερώτηση προς το κοινωνικό σύνολο: Είστε διατεθειμένοι να αλλάξετε όσο είναι νωρίς;
    Η ερώτηση του Δεκέμβρη αφορούσε την οπτική μέσα από την οποία η νεολαία βλέπει το κοινωνικοπολιτικό σύστημα της χώρας. Αφορούσε τον αυταρχισμό της εξουσίας, τις ταξικές πολιτικές, την κοινωνική απομόνωση, την αυξανόμενη καπιταλιστική ερημοποίηση των μικρών και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων, την ιδιωτικοποίηση των πάντων, τη δημιουργία μιάς αυτιστικής, εγωκεντρικής κοινωνίας που περιθωριοποιεί τον αδύναμο και καταβαραθρώνει τις αξίες της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας. Σε αυτήν την κοινωνία που αναγάγει το κέρδος ως υπέρτατη αξία, ο Δεκέμβρης έθεσε το εξής επιχείρημα: «εσείς μιλάτε γιά βιτρίνες, εμείς μιλάμε γιά ζωές». Πολλοί έσπευσαν να το καταδικάσουν ως δικαιολόγηση των όποιων βανδαλισμών συνέβησαν. Οι «ζωές» όμως, στις οποίες οι νέοι αναφέρονται, δεν περιλαμβάνουν μονάχα τα θύματα της κρατικής καταστολής, τους δολοφονηθέντες από τις σφαίρες της εξουσίας όπως ο 16χρονος μαθητής. Περιλαμβάνουν τις ζωές χωρίς μέλλον, τις καταδικασμένες στην ανεργία και την κοινωνική ανέχεια. Τις ζωές που το φαύλο πολιτικό κατεστημένο - με την ένοχη σιωπή της κοινωνικής πλειοψηφίας - καταδικάζει σε επαιτεία, μιζέρια και εξευτελισμό.
    Η γενιά που εξεγέρθηκε το Δεκέμβρη του 2008, η ίδια που εξεγείρεται σήμερα κατά του δημοσιονομικού Νταχάου που επιβάλλεται στη χώρα, θέτει παρόμοια ερωτήματα με αυτά του γαλλικού Μάη του '68. Αγανακτεί, εξεγείρεται και κυρίως αμφισβητεί - αμφισβητεί το ίδιο το σύστημα μέσα στο οποίο ανατρέφεται. Σαράντα και πλέον χρόνια μετά, η σημερινή νεολαία (της Ελλάδας και της Ευρώπης) είναι λιγότερο προνομιούχα από εκείνη του 1968. «Σήμερα, η είσοδος των νέων στον επαγγελματικό χώρο πραγματοποιείται σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία, ενώ οι προοπτικές ταχείας εξέλιξης είναι πλέον λιγοστές» έγραφε προ τριετίας ο έγκυρος γάλλος δημοσιογράφος Ζαν Μαρί Κολομπανί [1]. Γιά τους νέους της δεκαετίας του '60 και του '70 η εξέγερση ήταν σημαντική παράμετρος γιά την αλλαγή της κοινωνίας. Γιά τη σημερινή νεολαία είναι κάτι περισσότερο από αναγκαία - είναι μονόδρομος.
    Το ερώτημα, λοιπόν, που τέθηκε το Δεκέμβρη ήταν ξεκάθαρο και είχε αποδέκτη το σύνολο της κοινωνίας και κάθε έναν από εμάς ξεχωριστά: «Εσύ, θα μείνεις αμέτοχος;». Ένα σύνθημα σε τοίχο της Αθήνας προσπάθησε να θυμήσει στους «ουδέτερους» και «φιλήσυχους» τη ρήση του νομπελίστα ειρήνης Έλι Βίζελ, πως η ουδετερότητα οφελεί τον καταπιεστή και ποτέ το θύμα [2]. Και το θύμα, όπως προαναφέραμε, δεν ήταν μόνο ο δολοφονημένος Αλέξης. Ήταν το σύνολο της μη προνομιούχας νεολαίας. «Ο καναπές σου, η συνενοχή σου» έγραφε το σύνθημα. Σε αυτές τις γραμμές των τοίχου συνοψίζεται το ερώτημα που έθεσε ο Δεκέμβρης στην ελληνική κοινωνία τρία χρόνια πριν. Σήμερα είναι περισσότερο επίκαιρο δεδομένης και της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η χώρα.
    Λαμβάνοντας τα παραπάνω υπ' όψη, τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008 αποτέλεσαν μια πολιτική πράξη. Πράξη που επιχείρησε να ξυπνήσει αραχνιασμένες συνειδήσεις και να κινητοποιήσει κοινωνικά αντανακλαστικά - να ευαισθητοποιήσει τους μεγαλύτερους γιά το μέλλον των παιδιών τους. Δεν ήταν διαμαρτυρία, αλλά αντίσταση. «Διαμαρτυρία είναι όταν λέω ότι κάτι δε με ευχαριστεί. Αντίσταση είναι όταν διασφαλίζω ότι αυτό που δε με ευχαριστεί δεν πρόκειται να μου ξανασυμβεί», έγραφε το Μάϊο του 1968 η γερμανίδα δημοσιογράφος και μετέπειτα ηγετικό στέλεχος της οργάνωσης «Φράξια Κόκκινος Στρατός» Ουλρίκε Μάινχοφ. Υπό μια έννοια, η εξέγερση της νεολαίας το Δεκέμβρη έστειλε το μήνυμα ότι η κρατική βία (τόσο η έμπρακτη, όσο και η συνειδησιακή), όποια μορφή και αν έχει, δεν πρόκειται να περάσει. Τα Δεκεμβριανά, λοιπόν, επιχείρησαν να περάσουν την σύγχρονη ελληνική κοινωνία από τη φάση της διαμαρτυρίας σε αυτήν την αντίστασης. Και γιά σύντομο χρονικό διάστημα το πέτυχαν.
    Το ερώτημα που έθεσαν όμως παραμένει σήμερα αναπάντητο. Και συνεχίζει να πλανάται πάνω από μιά χώρα βυθισμένη στην ύφεση και την αβεβαιότητα. Τρία χρόνια μετά τη δολοφονία του Αλέξη, λίγα λουλούδια στον τόπο του εγκλήματος, στα Εξάρχεια, θυμίζουν το γεγονός εκείνο της 6ης Δεκεμβρίου. Όσο η κρίση όμως συνεχίζει να βαθαίνει, όσο τα κοινωνικά ρήγματα διευρύνονται, όσο οι πολιτικές ηγεσίες κωφεύουν επιδεικτικά και όσο η κοινωνία παραμένει στην ένοχη ουδετερότητα της και αρνείται να δώσει απαντήσεις, τόσο ο Δεκέμβρης του '08 μοιάζει με σκηνή από το μέλλον
     ΗΤΑΝ ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ....
    Ήταν Σάββατο βράδυ ανήμερα μιας μεγάλης θρησκευτικής εορτής, πάρα πολλοί πολίτες περνούσαν ευχάριστα την γιορτινή εκείνη ήμερα σε μια έξοδο, σε μια παραδοσιακή φιλική η οικογενειακή συνάθροιση για τα χρόνια πολλά....Εκείνο όμως τα βράδυ εκείνης της διαταραγμένης πολιτικά χρονιάς σήμανε την μεγάλη αρχή μιας τεράστιας νεολαιίστικης και όχι μόνο εξέγερσης...Ο ΑλέξανδροςΓρηγορόπουλος ένα γλυκό παιδί μόλις 15 ετών του αφαίρεσαν βίαια το δικαίωμα στη ζωή χωρίς να τον ρωτήσουν .....τον μετέτρεψαν σε ένα σύμβολο εξέγερσης..επίσης χωρίς να τον ρωτήσουν...Το κορμί του σύρθηκε νεκρό από τα πυρά του ειδικού φρουρού Επαμεινώνδα Κορκονέα στα Εξάρχεια στη συμβολή Τζαβέλα καιΜεσολογγίου και μπροστά στα μάτια των έκπληκτων φίλων του. Οι οποίοι μαζί με αυτόν είχαν δραπετεύσει από τα καταπιεστικά δεσμά που επιβάλει η κοινωνικοπολιτική ζωή του κόσμου, από τις μαθητικές υποχρεώσεις και αντι να διασκεδάζουν σε μια περιοχή των βορείων προαστίων επέλεξαν να μεταφερθούν στο κέντρο της φτωχής Αθήνας.... 
    Ο Αλέξης θα μπορούσε να διασκεδάζει στο Κεφαλάρι λόγω της εύπορης οικονομικής κατάστασης του οικογενειακού του κύκλου, αντίθετα προτίμησε να κατευθυνθεί στην ιδεολογική περιοχή των Εξαρχείων. 
    Δυστυχώς δεν προλάβαμε να μάθουμε τους λόγους που οδηγήθηκε παράδοξα εκείνο το βράδυ στα Εξάρχεια. Ίσως ήθελε να συλλογιστεί και εκείνος με τη σειρά του την ζωή του. 
    Αυτό θα παραμείνει μια απορία που θα κείτεται στην ιστορία, θα γίνει μια μυθοπλαστική ερμηνεία και τροφή αναλύσεων για την προσωπικότητα του.Η αστική εξουσία πήρε ξανά ύλη και χρησιμοποίησε το όπλο της....Αυτή έμελλε να στιγματίσει εκείνο το βράδυ και να διαμορφώσει τις μέρες του Αλέξη, που σαν εφιάλτης θα ωρύονται ακόμη και θα παγώνουν τις χρηματιστηριακές αξίες και συναλλαγές της άρχουσας τάξης...Η νεολαία έκπληκτη άλλα ταυτόχρονα και προετοιμασμένη παρακολουθούσε πριν διαπραχθεί η δολοφονία την καμμένη Αθήνα και όχι από την τηλεόραση αλλά σε πραγματικό χρόνο. Η εξέγερση αυτή πήρε συμβολική ύπαρξη μέσω της νεολαίας και όχι της πολιτικής αυθεντίας.Μαθητές, φοιτητές, εργαζόμενοι δεν σάστισαν άλλα ταχύτατα ξέσπασαν στο άκουσμα της τραγωδίας και παρέσυραν στο πέρασμα τους όλη την σκοτεινή κυνική υλική ζωή της χωράς και φύτεψαν νέα λουλούδια εκεί που η αδικία ξέρανε τα άνθη του παρελθόντος.Εκείνοι έσπειραν τον πόνο και γεύτηκαν τον ίδιο πόνο που δεν ήταν πρόσκαιρος όπως πολύ φαντάστηκαν,αλλά αποκαθήλωσε μια απολίτικη δραστήρια και ερωτική γενιά και την μετέτρεψε σε ένα όπλο που η αστική εξουσία τρέμει στο άκουσμα της.Θα ήταν κουτό να επικαλεστώ ότι αυτή η εξέγερση ήταν ελεγχόμενη, κομμένη και ραμμένη στα πλαίσια της άρχουσας τάξης ώστε να εκτονώσει και να αποπροσανατολίσει τις μάζες από τις πολιτικές αναταραχές της  προιδεάζοντας την οικονομική κρίση. Αν ήθελε να πραγματοποιήσει την προπαγάνδα της θα την έπραττε με έναν μη πολιτικό τρόπο. Γιατί η δολοφονία του Αλέξη συνιστά ένα πολύπλοκο γεγονός που θίγει πολλές αιχμές της λειτουργικότητας του αστικού δημοκρατικού Κράτους και κάτι που συνδέεται και αναταράσσει τον ρόλο του κράτους είναι αμιγώς πολιτικό φαινόμενο.Η επιφανειακή επίφαση της δολοφονίας θα μπορούσε να σταθεί στην ψυχολογικά διαταραγμένη ζωή του ειδικού φρουρού που θόλωσε και έπραξε αναλόγως όπως το ίδιο θα μπορούσε να ισχυριστεί ο (χ) με ανάποδους ακριβώς ρόλους θύτη και θύματος. (Βεβαίως την ψυχολογική ανισορροπία την χρησιμοποίησαν για να εξαντλήσουν όλα τα περιθώρια αθωότητας του Κράτους και να μην δώσουν πολιτικό χαρακτήρα στη δολοφονία). Έφτασαν στο σημείο να επικαλεστούν την γνωστή σε όλους εξοστράκιση σφαίρας, (ξέρετε εκείνη που χτυπάει στο φανάρι δεξιά στην κολόνα στο ταβάνι κάνει δυο ανάποδες τούμπες και καταλάθος...)η οποία καρφώθηκε στην καρδία του παιδιού. Αυτού του νέου που προσωποποιήθηκε ως ο αφυπνιστής της εξέγερσης, σαν ένας ήρωας, ένα σύμβολο που ένωσε ξανά τη νεολαία με την πολιτική, την έφερε ξανά στο προσκήνιο.... που εξωτερίκευσε τον εσωτερικό κόσμο των παιδιών και  τον παρουσίασε σε κοινή θέα για όλους.
      Η Ελλάδα είχε τυλιχτεί στις φλόγες, που έκαιγαν τα υλικά χαρακτηριστικά που μισούσε να βλέπει ο καθένας και διέπραξαν ιδεαλιστική κάθαρση.
    Προειδοποιούσαν πως αν δεν αλλάξουν/με θα πάρουν εκείνοι τις σχολικές τους ξυλομπογιές και θα ζωγραφίσουν εκείνοι την κοινωνία που θέλουν να ζουν.
      Είναι αυτά τα παιδιά που δεν έβρισκαν το βήμα να μιλήσουν, που δεν τους δίναμε τη δυνατότητα να μιλήσουν, πήραν σπρέι και ζωγράφισαν στους τοίχους καινούρια μανιφέστα, πήραν καντηλάκια και τα τοποθέτησαν στο σημείο του νέου τους ήρωα, πήραν πέτρες και λιθοβόλησαν όχι τους "μπάτσους" αλλά την αστική δημοκρατία, λιθοβόλησαν ένα σύστημα αγορών, ένα σύστημα που τα πάντα αγοράζονται και πουλιούνται..όπως τα όνειρα και οι εξεγέρσεις.
      Μίλησαν για τρομοκράτες που διασαλέυουν την κοινωνικοπολιτική ζωή του τόπου, που δεν αφήνουν να ηρεμήσει η ψυχούλα του δολοφονημένου Αλέξη, που δεν αφήνουν να θρηνήσουν κάποιοι... κρατικοδίαιτοι κερδοσκόποι, που αγόρασαν ακόμη και την εξέγερση για να πουλήσουν προπαγάνδα.
    Έσπαγαν τράπεζες και ταυτόχρονα χτυπούσαν το τραπεζικό σύστημα και τον καπιταλισμό.

    Έσπαγαν κάμερες γιατί διεκδικούν και επιζητούν την ατομική και συλλογική ελευθερία προσωπικής επιλογής και απόλαυσης.Είχαν να γευτούν την ελευθέρια πάρα πολύ καιρό, για την ακρίβεια ούτε εγώ την έχω γευτεί και νομίζω ούτε κάποιος άλλος στην ιστορία της ανθρωπότητας, έχει νιώσει ελεύθερος. (εξαιρουμένων μικρών εξάρσεων)...Το χρονικό εκείνης της δολοφονίας εύστοχα θα μπορούσε να ορισθεί ως προαναγγελθέντο, όλη η κοινωνία στην Ελλάδα και όχι μόνο είχε θρέψει αγανάκτηση και οργή και απλά ανέμενε ένα ήσυχο βράδυ να το κάνει ανήσυχο, να το κάνουν τόσο ανήσυχο που θα ανησυχήσει τόσο την κυβέρνηση Καραμανλή ώστε θα φτάσει στο σημείο να απειλήσει ότι θα δώσει στρατιωτικό νόμo.(Ποιος θα απειλείται περισσότερο μάλλον το αγνοούσε.)Ο Δεκέμβρης από το 1944 σώπαινε, άλλωστε ο Δεκέμβρης, οι μέρες που τον αποτελούν, οι θρησκευτικές εορτές χορηγίας των μεγάλων πολυεθνικών, τα καταναλωτικά πρότυπα είναι όλα σχετικά, η υλιστική τοποθέτηση του ανθρώπου αφήνει το σημάδι και δίνει στην σχετικότητα μια συναισθηματική οντότητα.Αντίθετα με τις αντιανθρωπιστικές μέρες των εορτασμών των Χριστουγέννων που στηρίχθηκαν σε θρησκευτικές ανακρίβειες και καταναλωτικούς συσχετισμούς, αποκτάει η γένια μου και όλες οι επόμενες την παρακαταθήκη για κάτι απολυτός πιο ανθρώπινο.Αυτή η εξέγερση δεν είναι κάτι που απλά έκαιγε για να ξεσπάσει, μετέφερα έναν απόλυτα συμβολικό τρόπο αμφισβήτησης των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών συσχετισμών.Καίγοντας το δέντρο στο σύνταγμα ήθελαν να απορρίψουν το σύμβολο αυτής της εικονικής πραγματικότητας και χριστιανικού εθίμου που δεν επέλεξε κανένας πιστός η άπιστος να υπάρχει.Τώρα μου ήρθε μια εικόνα στο μυαλό με ένα μωρό να είναι στη μέση του πουθενά και ένα άπλετο τοπίο καμένο γύρω του, οραματίζομαι μια ανθρωπινή αναγέννηση που θα ξεκινήσει η από το χάος είτε από τη σταδιακή εκδημοκράτηση.Για να γίνει κάτι από τα δυο που είναι πολίτικα αντιπαραθετικά μεταξύ τους πρέπει να φιλοσοφήσουμε την ανθρώπινη ύπαρξη, πρέπει να φιλοσοφήσουμε ποιος είναι ο ρόλος του ανθρώπου, ποια η παρέμβαση του στα κοινά. Τα οποία κοινά αλληλοσυνδέονται όσο μακρυά και αν βρίσκεται κάποιος/α, είναι η ανθρώπινη ύπαρξη που συνδέεται με την πολιτική, από ένα πεινασμένο παιδί που λιμοκτονεί στην Αφρική, μέχρι ένα υπερτροφικό παιδί στην Νέα Υόρκη που καταναλώνει ακόρεστα burgers στα mcdonalds..Πρέπει να δώσουμε μια πολιτική προσέγγιση σε αυτήν την ανομαλότητα, σε αυτήν την ταξική ανισότητα, πρέπει να αποκτήσουμε πολιτική υποκειμενικότητα για να αναλύσουμε τον ρόλο της ύπαρξης μας και να μην λειτουργούμε σαν μια προσαρμοσμένη μάζα κάτω απο μια θεική και απώτερη προστασία, αλλά σαν μια κοινωνική αρμονία που φοβάμαι να την κατανομάσω...Όλα αυτά δεν αποκρυσταλοποιήθηκαν με μια εξέγερση, η εξέγερση είναι απλά ένα υπόμνημα, που δεν έχει διάρκεια, είναι ένα σκαλοπάτι προς την κοινωνική απελευθέρωση που συμπλέοντας με τον πληθυσμό αποκτά πολιτική συνείδηση, όταν ο κόσμος φτάσει σε επίπεδα αμφισβήτησης τέτοια, θα ορίσει εκείνος τις ανάγκες τους και όχι διάφοροι στοχαστές που προσθέτουν αλλά δεν αθροίζουν το πέρας της ανθρωπότητας.Η εξέγερση δεν έχει υλική μορφή, η εξέγερση πρέπει να γίνει μέσα μας......
     «Θα μάθουν όλοι το όνομα μου…».
      Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008. Κάπου στο Ψυχικό. Μια παρέα μαθητών, γόνοι καλών οικογενειών με «όνομα», οικονομική επιφάνεια και εξασφαλισμένο μέλλον κάθονται ανέμελα και συζητούν. «Δεν είμαι σίγουρος τι θέλω να γίνω… Αλλά θα μάθουν όλοι το όνομα μου. Θα το δεις. Εγώ θα γίνω διάσημος μια μέρα…».
     
     
    Η επιστολή που μοίρασαν μαθητές στην κηδεία του Γρηγορόπουλου:
    ΘΕΛΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ! ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΜΑΣ
    Δεν είμαστε τρομοκράτες, “κουκουλοφόροι”, “γνωστοί-άγνωστοι” ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΑΣ! Αυτοί, οι γνωστοί-άγνωστοι….Κάνουμε όνειρα -μη σκοτώνετε τα όνειρά μας! Έχουμε ορμή – μη σταματάτε την ορμή μας. ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ! Κάποτε ήσασταν νέοι κι εσείς. Τώρα κυνηγάτε το χρήμα, νοιάζεστε μόνο για τη “βιτρίνα”, παχύνατε, καραφλιάσατε, ΞΕΧΑΣΑΤΕ! Περιμέναμε να μας υποστηρίξετε, Περιμέναμε να ενδιαφερθείτε, να μας κάνετε μια φορά κι εσείς περήφανους. ΜΑΤΑΙΑ! Ζείτε ψεύτικες ζωές, έχετε σκύψει το κεφάλι, έχετε κατεβάσει τα παντελόνια και περιμένετε τη μέρα που θα πεθάνετε. Δε φαντάζεστε, δεν ερωτεύεστε δεν δημιουργείτε! Μόνο πουλάτε κι αγοράζετε. ΥΛΗ ΠΑΝΤΟΥ ΑΓΑΠΗ ΠΟΥΘΕΝΑ – ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥΘΕΝΑ. Που είναι οι γονείς; Που είναι οι καλλιτέχνες; Γιατί δε βγαίνουν έξω να μας προστατέψουν; ΜΑΣ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ! ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΜΑΣ. ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ. Υ.Γ.: Μη μας ρίχνετε άλλα δακρυγόνα ΕΜΕΙΣ κλαίμε κι από μόνοι μας.
                                                                        ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

     

    Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

    ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ ΞΑΝΑ..

     η ανακοίνωση της πρωτοβουλίας μαθητών 4ου ΓΕ.Λ. Ζωγράφου
    Τον Δεκέμβρη του 2008 ξέσπασε μια πρωτοφανής εξέγερση ύστερα απο την δολοφονία του συμμαθητή μας Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου απο τους καραμπινιέρι της ελληνικής δημοκρατίας. Οι αίτιες που ώθησαν την νεολαία πριν 3 χρόνια να βγεί στο προσκήνιο όχι μόνο παραμένουν ίδιες, αλλα μέσα στο πλαίσιο της παγκόσμιας και ελληνικής οικονομικής κρίσης επιδεινώνονται διαρκώς. ΦΤΩΧΕΙΑ, ΑΝΕΡΓΙΑ, ΜΙΖΕΡΙΑ, ΚΡΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ, ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ. Παρόλα αύτα η κοινώνια φαίνεται πως δεν μένει ηττοπαθής. Τα τρία τελεύταια χρόνια με την όξυνση της κρίσης έχουμε και την απάντηση απο την μερία της κοινωνιας οπού μετά απο το σερί των γενικών απεργίων, αποκορύφωμα ήταν το κίνημα των πλατειών και οι 2 μαζικές 48ωρες γενικές απεργίες. Υπο την πίεση αυτή τα προσωπεία του αστικού πολιτικού συστήματος έπεσαν με την κυβέρνηση «ενότητας» και την συμμετοχή σε αυτήν φασιστών και τραπεζιτών για την αποτελεσματικότερη καταλήστευση των οικογενειακών μας εισοδημάτων. Την ώρα λοιπόν που δίνουν υπούργεια στους νοσταλγούς του χίτλερ και του παπαδόπουλου στους γονείς μας στέλνουν χαράτσια, κόβουν πάλι τους μισθούς ,τους ωθούν στην εξαθλίωση και εμάς μας κόβουν τα όνειρα μειώνοντας το επίπεδο της παιδείας, πετώντας μας ουσιαστικά στο καλάθι των αχρήστων.

    ΜΑΣ ΚΛΕΒΟΥΝ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ? ΝΑ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΠΑΡΕΛΘΟΝ! Την Τρίτη 6 Δεκέμβρη του 2011 τιμάμε την ημέρα της δολοφονίας του Αλέξη όχι απλά σαν επέτειο, αλλα σαν ένα σημείο αναφοράς για τις μάχες του μέλλοντος.  Ας ακολουθήσουμε το παραδειγμα του occupy wall street, occupy London , τον καινουργιο ξεσηκωμο της νεολαιας στην Αίγυπτο καθώς και του ηρωικού αγώνα των εργαζομένων στην χαλυβουργία όπου είναι σε απεργία διαρκείας έναν μήνα, έχουν κάνει κατάληψη το εργοστάσιο και τα ΜΜΕ δεν λένε κουβέντα.
    ·        ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΜΝΗΜΗΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
    ·        ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΣΤΑ ΠΡΟΠΥΛΑΙΑ ΣΤΙΣ 11:30πμ
    ·        ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΑ ΔΙΚΤΥΟΥ ΣΧΟΛΕΙΩΝ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΓΙΑ ΚΟΙΝΟ ΑΓΩΝΑ
    Είμαστε εδώ...
    αρκετά μικροί για να μην έχουμε όνειρα
    αρκετά  μεγάλοι για να έχουμε αυταπάτες
    αν θες να ονειρεύσαι..
    ΞΥΠΝΑ!!

    ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΜΑΘΗΤΩΝ 4ΟΥ ΓΕ.Λ.-ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
    Το μπλογκ μας : mathitestetartou.blogspot.com